Τουρκία: Βαθύ Κράτος,Γκλάντιο, Κontrgerilla, Σουσουρλούκ, Εργκένεκον -1

Κontrgerilla (Κοντρ-γκερίλα) είναι το όνομα που δόθηκε στα μέλη του τουρκικού σκέλους της Επιχείρησης Γκλάντιο (Gladio). Πρόκειται για μια παράνομη αντικομουνιστική πρωτοβολία ατόμων που έμεναν σε μια περιοχή προκειμένου να δράσουν σε περίπτωση κατάληψής της από εχθρικές δυνάμεις (stay-behind), υποστηριζόμενη από τις Ηνωμένες Πολιτείες ως έκφραση του Δόγματος Τρούμαν. Ο ιδρυτικός σκοπός της επιχείρησης ήταν να στηθεί μια αντάρτικη δύναμη ικανή να πατάξει μια ενδυνάμει Ρωσική εισβολή. Ο στόχος σύντομα μεγάλωσε και συμπεριέλαβε την υπονόμευση του κομμουνισμού στην Τουρκία.

Το Κontrgerilla (κάτι σαν άντι-αντάρτικο) λειτούργησε αρχικά μέσω της Υπηρεσίας Επιθεώρησης και Επιστράτευσης (τουρκ.: Seferberlik Taktik Kurulu, ή STK) των Τουρκικών Ένοπλων Δυνάμεων. Το 1967, το STK μετονομάστηκε σε Τμήμα Ειδικού Πολέμου (τουρκ.: Özel Harp Dairesi, ÖHD). Το 1994, το ÖHD έγινε η Διοίκηση Ειδικών Δυνάμεων (τουρκ.: Özel Kuvvetler Komutanlığı, ÖKK).

Στην Τουρκία κυριαρχεί μια δημοφιλής πεποίθηση ότι οι kontrgerilla είναι υπεύθυνοι για πολλές ανεξιχνίαστες πράξεις βίας, και ότι άσκησαν μεγάλη επιρροή στην ιστορία της χώρας κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, κυρίως για την πρόκληση των στρατιωτικών πραξικοπημάτων του 1971 και του 1980.

Ο στρατός δέχεται ότι το ÖKK είναι επιφορτισμένο με την υπονόμευση μιας πιθανής εισβολής, αν και αρνείται ότι η μονάδα είναι το "Κontrgerilla" του Γκλάντιο (Gladio), δηλ., ότι ενεπλάκη στις ''Μαύρες Επιχειρήσεις'' (Black Operations). Μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης, οι Κontrgerilla χρησιμοποιήθηκαν για την καταπολέμηση των μαχητών του Εργατικού Κόμματος του Κουρδιστάν PKK (πρβλ. Susurluk Scandal), το οποίο έχει, από την ίδρυσή του, θεωρηθεί μείζονα απειλή.

Η ύπαρξή των Κontrgerilla αποκαλύφθηκε το 1971 από τους επιζήσαντες του περιστατικού στο Ζιβερμπέι (Ziverbey), και επισήμως στις 26 Σεπτεμβρίου 1973 από τον πρωθυπουργό Μπουλέντ Ετζεβίτ (Bülent Ecevit). Είκοσι μέρες αργότερα τον πυροβόλησαν• επέζησε. Ο επόμενος πρωθυπουργός που μίλησε ανοιχτά για αυτά τα θέματα, ο Τουργκούτ Οζάλ (Turgut Özal), επίσης ίσα που απέφυγε μια απόπειρα δολοφονίας. Το θέμα έχει συζητηθεί στο κοινοβούλιο τουλάχιστον 27 φορές από το 1990, ωστόσο καμία επιτυχής έρευνα δεν έχει λάβει χώρα. Βουλευτές του εκάστοτε κυβερνώντος κόμματος πάντα ψήφιζαν αρνητικά.

Raison d'être

Η γεωστρατηγική σημασία της Ανατολής έχει εδώ και καιρό προσελκύσει παίκτες του Νέου Μεγάλου Παιχνιδιού (New Great Game). Μέτα τα Συνέδρια του Πότσνταμ (Potsdam) και της Γιάλτας (Yalta) το 1945, ο Στάλιν έστειλε στρατεύματα στα τουρκικά σύνορα με απώτερο στόχο τα Δαρδανέλια. Το 1946, η Σοβιετική Ένωση έστειλε δύο διπλωματικές επιστολές σχετικά με τη Συνθήκη του Μοντρέ Αναφορικά με το Καθεστώς τον Τουρκικών Στενών. Η Άγκυρα απέρριψε τις επιστολές, και οι Ηνωμένες Πολιτείες εξέφρασαν επίσης τη δυσαρέσκειά τους για τα σοβιετικά αιτήματα, δηλώνοντας ότι, ''σε περίπτωση που τα Στενά γίνουν στόχος επίθεσης ή απειλής επίθεσης από κάποιον επιδρομέα, η απορρέουσα κατάσταση θα αποτελέσει απειλή για τη διεθνή ασφάλεια και θα τεθεί σαφώς ζήτημα για δράση από την ομάδα του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών.''

Μετά από ανακοίνωση της βρετανικής κυβέρνησης στις 21 Φεβρουαρίου 1947, ότι αδυνατεί να παρέχει οικονομική βοήθεια (αν και μια δεκαετία αργότερα θα ιδρύσει τον Οργανισμό Κεντρικού Συμφώνου (Central Treaty Organization – CENTO), η Τουρκία στράφηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες συνέταξαν το Δόγμα Τρούμαν, υποσχόμενες να ''υποστηρίξουν ελεύθερους λαούς που αντιστέκονται σε απόπειρες υποταγής από ένοπλες μειονότητες ή από εξωτερικές πιέσεις''. 100 εκατομμύρια δολάρια πιστώθηκαν δύο μήνες αφότου το αμερικάνικο κογκρέσο επικύρωσε το Δόγμα Τρούμαν στις 12 Μαρτίου 1947. Ο αριθμός αυτός αυξήθηκε σε 233 εκατομμύρια δολάρια μέχρι το 1950, ύστερα από συμβολή της Τουρκίας μιας ταξιαρχίας περίπου 5.000 αντρών στις δυνάμεις των Ηνωμένων Εθνών στον πόλεμο της Κορέας. Τον Αύγουστο του 1947, η Μικτή Αμερικάνικη Στρατιωτική Αποστολή για Βοήθεια στην Τουρκία (Joint American Military Mission for Aid to Turkey – JAMMAT) ιδρύθηκε στην Άγκυρα υπό την αιγίδα του πρέσβη των ΗΠΑ.

Στις 5 Οκτωβρίου 1947, μια αντιπροσωπεία ανώτερων στρατιωτικών αξιωματούχων της Τουρκίας ταξίδεψε στις Ηνωμένες Πολιτείες για να καθορίσει το στρατιωτικό πλαίσιο της συμφωνίας συνεργασίας.

Το Δεκέμβρη του 1947, η Οδηγία 4-Α του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Πολιτειών (United States National Security Council – NSC) ''έδωσε μυστική έγκριση στη CIA να διεξάγει αυτά τα επισήμως ανύπαρκτα προγράμματα και να τα διαχειριστεί'' με τέτοιον τρόπο που να ''απεμπλακεί το αμερικάνικο κογκρέσο και δημόσιο από οποιαδήποτε συζήτηση σχετικά με το αν θα προβεί σε ψυχολογικό πόλεμο στο εξωτερικό''. Λίγους μήνες αργότερα, το Εθνικό Συμβούλιο Ασφαλείας αντικατέστησε την Οδηγία 4-Α με την Οδηγία 10/2, ιδρύοντας το Γραφείο Πολιτικού Συντονισμού (Office of Policy Coordination – OPC, αρχικά κατ' ευφημισμό ονομαζόμενο ''Γραφείο Ειδικών Αποστολών'' (Office of Special Projects), το συγκαλυμμένο βραχίονα δράσης της CIA. Το καταστατικό του OPC έκανε απερίφραστη έκκληση για ''προπαγάνδα, οικονομικό πόλεμο: προληπτική άμεση δράση, συμπεριλαμβανομένου του σαμποτάζ, του άντι-σαμποτάζ, κατεδαφίσεων και μέτρων εκκένωσης: ανατροπή εναντίων εχθρικών κρατών, συμπεριλαμβάνοντας τη βοήθεια προς μυστικά κινήματα αντίστασης, αντάρτες και ομάδες ελευθέρωσης προσφύγων, και υποστήριξη ιθαγενών αντικομμουνιστικών στοιχείων σε απειλούμενες χώρους του ελεύθερου κόσμου.'' Σύμφωνα με τα λόγια του επαγγελματία αξιωματικού των μυστικών υπηρεσιών Γουίλιαμ Κόρσον (William Corson), ''δεν υπήρχαν κανόνες...οι από πάνω είπαν να βάλουμε τις σιδηρογροθιές και να πιάσουμε δουλειά.''

Μετά την ένταξή της στο ΝΑΤΟ στις 18 Φεβρουαρίου 1952, η Τουρκία υπέγραψε μια Συμφωνία Στρατιωτικών Εγκαταστάσεων στις 23 Ιουνίου 1954, ανοίγοντας το δρόμο για μια μεγάλης κλίμακας στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ. Με προσωπικό 1.200 ατόμων μέχρι το 1950, η JAMMAT ήταν η μεγαλύτερη από τις Ευρωπαϊκές Ηγεσίες των Ηνωμένων Πολιτειών (United States European Commands – USEUCOM), καθώς επίσης και η μεγαλύτερη ομάδα στρατιωτικής και συμβουλευτικής βοήθειας παγκοσμίως ως το 1951. Η JAMMAT μετονομάστηκε σε Μικτή Στρατιωτική Αποστολή για Βοήθεια στην Τουρκία των Ηνωμένων Πολιτειών (JUSMMAT) το 1958, και σε Γραφείο Αμυντικής Συνεργασίας της Τουρκίας (τουρκ.: ABD Savunma İşbirliği Ofisi) στις 1 Μαΐου 1994.

1952–1970

Με τη συγκατάθεση του Ανωτάτου Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας (τουρκ.: Milli Savunma Yüksek Kurulu), ο ταξίαρχος Ντανίς Καραμπελέν (Daniş Karabelen) ίδρυσε την Υπηρεσία Επιθεώρησης και Επιστράτευσης (τουρκ.: Seferberlik Taktik Kurulu – STK) στις 27 Σεπτρεμβρίου 1952. Ο Καραμπελέν ήταν ένας από τους δεκαέξι στρατιώτες (συμπεριλαμβανομένων των Turgut Sunalp, Ahmet Yıldız, Alparslan Türkeş, Suphi Karaman, και Fikret Ateşdağlı) που εστάλησαν στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1948 για εκπαίδευση σε ειδικές πολεμικές επιχειρήσεις. Αυτοί ήταν που θα συγκροτούσαν τον πηρύνα του Τμήματος Ειδικού Πολέμου (τουρκ.: Özel Harp Dairesi- ÖHD). Λέγεται ότι η στρατολόγηση συνεπαγόταν εκτός των άλλων και ένα στοιχείο στρατολόγησης για λογαριασμό της CIA. Κάποιοι στρατηγοί που αργότερα λειτούργησαν το τμήμα είναι οι Adnan Doğu, Aydın İlter, Sabri Yirmibeşoğlu, İbrahim Türkgenci, Doğan Bayazıt, και Fevzi Türkeri. Ο Καραμπελέν διάλεξε τον Ισμαήλ Τανσού (Ismail Tansu) σαν το δεξί του χέρι, και έστησαν τις λειτουργίες της STK χρησιμοποιώντας κυψελωτό τρόπο διαμόρφωσης. Συμπλήρωσαν τους βαθμούς κυρίως με εφεδρικούς αξιωματικούς, τους στρατολογούσαν με έναν όρκο, και τους εκπαίδευαν πριν επιτρέψουν την επιστροφή τους στην κοινωνία σαν πολίτες. Στους αξιωματικούς δε δίνονταν όπλα, χρηματοδότηση, ή άμεσες αποστολές. Η στρατολόγηση ήταν περισσότερο επικεντρωμένη στην ανατολή, όπου και ήταν πιο πιθανό να συμβεί κάποια εισβολή.

Τα βιβλία που χρησιμοποιήθηκαν για να εκπαιδευτούν οι αξιωματικοί συμπεριλάμβαναν τα εξής:

 Αντεπαναστατικός Πόλεμος: Θεωρία και Πρακτική του Ντέηβιντ Γκαλουλά (David Galula)(τουρκ.: Ayaklanmaları Bastırma Harekâtı: Teori ve Pratik)

 Εγχειρίδιο του Στρατού των ΗΠΑ 31 – 15: Επιχειρήσεις Εναντίον Αντικανονικών Δυνάμεων (τουρκ.: Sahra Talimnamesi 31-15: Gayri Nizami Kuvvetlere Karşı Harekat)

 Η Είσοδος των Ανταρτών του Τζαχίτ Βουράλ (Cahit Vural) (τουρκ.: Gerillaya Giriş)

Αργότερα, οι στρατηγοί ίδρυσαν την Οργάνωση Τουρκικής Αντίστασης για την αντιμετώπιση της Εθνικής Οργάνωσης Κυπρίων Αγωνιστών (ΕΟΚΑ). Λειτουργώντας υπό την αιγίδα του αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Στρατού, η STK στεγάστηκε στο κτίριο της JUSMMAT στα Μπαχτσελιεβλέρ (Bahçelievler) της Άγκυρας. Ο Ισμαήλ Τανσού υποστηρίζει ότι το αμερικάνικο αρχηγείο ήταν απέναντι από το παλιό κτίριο Γκιουλχανέ (Gülhane), και ότι το αρχηγείο της STK ήταν σε μία έπαυλη στην περιοχή Κολέζ (Kolej) του Κιζιλάι (Kızılay). Δήλωσε επίσης ότι συνήθιζε να έχει συναντήσεις με στρατιώτες από τη Διεύθυνση Επιχειρήσεων J3 (J3 Operations Directorate) κάμποσες φορές τη βδομάδα, που εναλλάσσονταν μεταξύ των βάσεών τους. Κάποιοι από τους συνεργάτες του ήταν ο συνταγματάρχης Λάτεντ (Latent), ο πλοίαρχος Μπέργκερ (Berger), και ο ταγματάρχης Χιλ (Hill).

Τη δεκαετία του '60, ο Τουρκές δημιούργησε τους Συλλόγους ''πολιτών'' για την Καταπολέμηση του Κομμουνισμού (τουρκ.: Komünizm ile Mücadele Dernekleri) και χρηματοδότησε το ακροδεξιό Κόμμα Κινήματος Εθνικιστών τουρκ.: Milliyetçi Hareket Partisi – MHP). Αυτά αποτέλεσαν τον πυρήνα των μελλοντικών υπερεθνικιστών μαχητών, που χρησιμοποιούνται από τους Κontrgerilla σε αποσταθεροποιητίκες ενέργειες.

Η CIA απασχολούσε άτομα από την άκρα δεξιά, όπως το μέλος των Pan-Turkist SS Ρουζί Ναζάρ (Ruzi Nazar) (πατέρα της Sylvia Nazar), για να εκπαιδεύσουν τους Γκρίζους Λύκους (τουρκ.: Ülkücüler), τη νεολαία του MHP.

Ο Ναζάρ ήταν Τουρκομάνος γεννηθής κοντά στην Τασκένδη, ο οποίος εγκατέλειψε τον Κόκκινο Στρατό για να προσχωρήσει στους Ναζί κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, προκειμένω να πολεμήσει στο Ανατολικό Μέτωπο για την ίδρυση ενός Τουρκιστάν. Μετά την ήττα της Γερμανίας, κάποιοι από τους κατασκόπους της βρήκαν καταφύγιο στην κοινότητα των υπηρεσιών πληροφοριών των ΗΠΑ. Ο Ναζάρ ήταν ένας από αυτούς, και έγινε ο επικεφαλής του σταθμού της CIA στην Τουρκία.

Η STK μετατράπηκε σε ÖHD το 1967.

1970–σήμερα

Αναζήτηση χρηματοδότησης

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του '70, το Τμήμα Ειδικού Πολέμου λειτουργούσε υπό το στρατηγό Κεμάλ Γιανάκ (Kenal Yanak). Στα πρόσφατα κυκλοφορηθέντα απομνημονεύματά του, δήλωσε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν βάλει στην άκρη στήριξη αξίας 1 εκατομμυρίου δολαρίων: ένα μέρος σε πυρομαχικά και ένα μέρος σε χρήματα. Αυτός ο διακανονισμός συνεχίστηκε μέχρι το 1973-74, όπου ο Γιανάκ αποφάσισε ότι τα πυρομαχικά δεν ανταποκρίνονταν στις ανάγκες του τμήματος. Οι Αμερικάνοι φέρονται να ανταπάντησαν, ότι δεν ήταν υπεύθυνοι να πληρώσουν και ότι είχαν δικαίωμα να παίρνουν αποφάσεις. Ο Γιανάκ αποχώρησε από τη συνεδρίαση και εξέφρασε τις ανησυχίες του για τον Αρχηγό του Γενικού Επιτελείου, Σεμίχ Σαντζάρ (Semih Sancar), οπότε ακολούθως η συμφωνία ακυρώθηκε.

Μόνο όταν ο Γιανάκ ζήτησε από τον πρωθυπουργό Μπουλέντ Ετζεβίτ (Bülent Ecevit) εναλλακτικά μέσα χρηματοδότησης, αντελήφθη ο Ετζεβίτ την ύπαρξη της επιχείρησης: τα υπόλοιπα μέλη του υπουργικού συμβουλίου παρέμεναν στο σκοτάδι. Ο Ετζεβίτ πρότεινε να ζητήσει η οργάνωση υποστήριξη από την Ευρώπη. Ο Γιανάκ επικοινώνησε με στρατηγούς από το Ηνωμένο Βασίλειο, και στη συνέχεια από τη Γαλλία. Ο τότε διοικητής του τουρκικού στρατού, Στρατηγός Σεμίχ Σαντζάρ (Semih Sancar), τον ενημέρωσε ότι οι ΗΠΑ χρηματοδοτούσαν τον Οργανισμό Κρατικής Υπηρεσίας Πληροφοριών από τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια.

Μετά την ΕΣΣΔ

Στις αρχές της δεκαετίας του '90, Τουρκία και Αμερική ήταν σε διαμάχη για το κουρδικό ζήτημα. Τούρκοι στρατηγοί, ειδικά ο Εσρέφ Μπιτλίς (Eşref Bitlis), εναντιώθηκαν στα σχέδια των ΗΠΑ για δημιουργία ενός ξεχωριστού κουρδικού κράτους. Προκειμένω να μειωθεί η επιρροή των ΗΠΑ στον τουρκικό στρατό, ο επικεφαλής του επιτελείου Ντογάν Γκιουρές (Doğan Güreş) αναδιάρθρωσε το ÖHD και το μετονόμασε σε Διοίκηση Ειδικών Δυνάμεων (τουρκ.: Özel Kuvvetler Komutanlığı - ÖKK) το 1992. Το ÖKK, του οποίου οι 7.000+ νεοσύλλεκτοι καλούνται κοινώς ''κόκκινοι μπερέδες'' (τουρκ.: Bordo Bereliler), καταπολεμά την τρομοκρατία και προστατεύει τους αρχηγούς του επιτελείου και τον πρόεδρο σε ταξίδια τους στο εξωτερικό. Ομοίως, οι Κontrgerilla με πολιτικά ονομάζονται κοινώς Λευκές Δυνάμεις (τουρκ.: Beyaz Kuvvetler).

Το 1993, το κοινοβούλιο συνέταξε μια επιτροπή (τουρκ.: Faili Meçhul Cinayetleri Araştırma Komisyonu) για να διερευνήσει τις πολυάριθμες ανεξιχνίαστες δολοφονίες που πιστεύονταν ότι διαπράχθηκαν από τους Κontrgerilla. Η έκθεσή τους απαρίθμησε 1797 τέτοιους θανάτους: 316 το 1992 και 314 το 1993 μόνο. Ο στρατηγός Γκιουρές επικοινώνησε με τον Πρόεδρο του Κοινοβουλίου, Χουσαμετίν Τζινντορούκ (Hüsamettin Cindoruk), για να σταματήσει την έρευνα ούτως ώστε να αποτρέψει το ξεσκέπασμα των αντρών του. Εν τω μεταξύ, ο εισαγγελέας του Δικαστηρίου Εθνικής Ασφάλειας Νουσρέτ Ντεμιράλ (Nusret Demiral) διέταξε τις αστυνομικές δυνάμεις να μην συνεργαστούν με την κοινοβουλευτική επιτροπή στην επίλυση των εγκλημάτων.

Με την έξοδο του Γκλάντιο (Gladio) από το στρατό υπό τον επόμενο αρχηγό του γενικού επιτελείου στρατού (İsmail Hakkı Karadayı), το Γκλάντιο εισχώρησε στο Τμήμα Ειδικών Επιχειρήσεων (τουρκ.: Özel Harekat Dairesi) των τουρκικών αστυνομικών δυνάμεων χρησιμοποιώντας το κίνημα Γκιουλέν (Gülen). Πηγές κοντά το κίνημα Γκιουλέν αμφισβητούν τον ισχυρισμό, που λέει ότι το τουρκικό Γκλάντιο είναι το δίκτυο Εργκενεκόν (Ergenekon) (παρά το γεγονός ότι υποτιθέμενα μέλη του συμπεριλάμβαναν αριστερούς που είχαν βασανιστεί από τους Κontrgerilla). Άλλες πηγές αναφέρουν ότι η Εργκενεκόν είναι θραύσμα του Γκλάντιο που υιοθέτησε τη δομή του, αλλά έχει Μικρασιατική και όχι Ευρωπαϊκή ημερήσια διάταξη. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς για σύνδεση του Φετουλάχ Γκιουλέν (Fethullah Gülen) και της CIA, είναι άξιο να σημειωθεί ότι ο Γεώργιος Φειδάς και ο Γκράχαμ Φούλερ (Graham Fuller) της CIA έκαναν αίτηση για λογαριασμό του Γκιουλέν προκειμένω να αποκτήσει βίζα αλλοδαπού εργαζόμενου (έγινε δεκτή μετά από έφεση).

Ο πρώην πρωθυπουργός Μεσούτ Γιλμάζ (Mesut Yılmaz) δήλωσε ότι η υποτιθέμενη συμμορία, που δρα τώρα εντός των αστυνομικών δυνάμεων, ήταν προηγουμένως στην Κρατική Υπηρεσία Πληροφοριών (ΜİT). Συγκεκριμένα, ο Γιλμάζ αποχώρησε από το Τμήμα της Αντιτρομοκρατικής του ΜİT, με επικεφαλής τον Μεχμέτ Εϊμούρ (Μεχμέτ Eymür) και η οποία δημιουργήθηκε με εντολές της τότε πρωθυπουργού Τανσού Τσιλέρ (Tansu Çiller).

Η Τουρκία διατηρεί ισχυρούς στρατιωτικούς δεσμούς με τις ΗΠΑ, μέσω του ODC-T, του οποίου ο αρχηγός είναι ''το μόνο σημείο επαφής με το τούρκικο Γενικό Επιτελείο Στρατού για ό,τι αφορά όλες τις στρατιωτικές οργανώσεις και δραστηριότητες των Ηνωμένων Πολιτειών στην Τουρκία''. Από το 2008, κάτοχος αυτής της θέσης είναι ο υποπτέραρχος Έρικ Ρόσμποργκ (Eric J. Rosborg). Από το 1993, οι αρχηγοί του ODC-T είναι στρατηγοί της Αεροπορικής Δύναμης των ΗΠΑ. Η διεύθυνση των γραφείων του ODC-T είναι Kirazlıdere Mevkii, İsmet İnönü Bulvarı № 94, Balgat, 06100 Ankara.

Περιστατικά

Το Πογκρόμ της Ισταμπούλ-Σεπτεμβριανά

Στις 6-7 Σεπτεμβρίου 1955, μέλη του ÖHD συμμετείχαν στο σχεδιασμό του Πογκρόμ της Ισταμπούλ ενάντια των Ελλήνων της πόλης, το οποίο προωθούσε τόσο τη μυστική πολιτική του κράτους για Εκτουρκισμό, όσο και την υπονόμευση του κομμουνισμού. Την εποχή εκείνη, υπήρχε η πεποίθηση ότι είχε συντονιστεί από το Δημοκρατικό Κόμμα.

Αιματοβαμμένη Κυριακή (Bloody Sunday)

Στις 16 Φεβρουαρίου 1969, ομάδα κακοποιών, οπαδών της δεξιάς πτέρυγας, ξυλοκόπησε αριστερούς, που διαμαρτύρονταν για την άφιξη του Έκτου Στόλου των Ηνωμένων Πολιτειών στην Τουρκία.

Πραξικοπήματα του 1971 και του 1980

Μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1960, μία ακόμη χούντα αποκαλύφθηκε από τον πράκτορα της Κρατικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (MİT), Μαζίρ Καϊνάκ (Mahir Kaynak). Ο τελευταίος ενημέρωνε στις αρχές του 1971 και τους δύο Κοινούς Αρχηγούς του Επιτελείου Στρατού, το στρατηγό Μεμντούχ Ταγμάτς (Memduh Tağmaç) και τον έντονα αντικομμουνιστή διοικητή του Πρώτου Σώματος Στρατού με έδρα την Ισταμπούλ, Στρατηγό Φαϊκ Τουρούν (Faik Türün). Ο τελευταίος ήταν βετεράνος του Πολέμου της Κορέας, και παρασημοφορεμένος προσωπικά από τον στρατηγό Ντάγκλας Μακάρθουρ (Douglas MacArthur) εκεί. Η πληροφορία που τους μεταφέρθηκε ήταν ότι ένας αριθμός υψηλόβαθμων αξιωματικών της Τουρκίας, συμπεριλαμβανομένων του αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Στρατού και του αρχηγού του Επιτελείου της Πολεμικής Αεροπορίας, σχεδίαζε να εκτελέσει ένα στρατιωτικό πραξικόπημα στις 9 Μαρτίου 1971, με την δημοσιογραφική υποστήριξη προ-σοβιετικών αριστερών διανοούμενων σε πολλές τούρκικες εφημερίδες.

Στις 10 Μαρτίου 1971, η CIA έστειλε μήνυμα στο Υπουργείο Εξωτερικών και στο Υπουργείο Άμυνας, ότι η τουρκική Ανώτατη Διοίκηση είχε συγκληθεί εκείνη τη μέρα αποφασίζοντας να προβεί σε αντι-πραξικόπημα.

Το δεξιό πραξικόπημα στις 12 Μαρτίου 1971 εκτελέστηκε για να προλάβει ένα αριστερό πραξικόπημα υποστηριζόμενο από τους Σοβιετικούς, το οποίο ήταν αρχικά προγραμματισμένο να διεξαχθεί στις 9 Μαρτίου 1971.

Αμέσως μετά το πραξικόπημα, φιλο-Σοβιετικοί διανοούμενοι, ιδιώτες, και χαμηλόβαθμα στελέχη της χούντας της 9ης Μαρτίου ανακρίθηκαν σε ένα κτήριο που φέρεται να άνηκε στη MİT. Ένα μέλος της Χούντας της 9ης Μαρτίου, ο συνταγματάρχης Ταλάτ Τουρχάν (Talat Turhan), ανακρίθηκε από τον αρχηγό της MİT, Εγιούπ Οζαλκούς (Eyüp Ozalkus). Ο Τουρχάν έκανε μεγάλες προσπάθειες για να ξεσκεπάσει τους Κontrgerilla μετά την απελευθέρωσή του.

Υπάρχει και η άποψη ότι οι δύο αντίθετες χούντες ήταν στην ουσία οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.

Οι Κontrgerilla συμμετείχαν σε σποραδικές δράσεις εγχώριας τρομοκρατίας καθ' όλη τη δεκαετία του '70, χρησιμεύοντας ως πρόσχημα για ακόμα ένα πραξικόπημα το 1980. Όταν πια έλαβε χώρα αυτό το τρίτο πραξικόπημα, στη σύντομη ιστορία της τουρκικής δημοκρατίας (1950-1980), θεωρήθηκε από το αγνώμων κοινό ως αναγκαίο για την αποκατάσταση της ειρήνης. Υποστηρίχθηκε επίσης από μέλη του Κοινοβουλίου, πολλά εκ των οποίων είχαν συμμετάσχει στα νιάτα τους στους Κontrgerilla.

Με αυτό το πραξικόπημα ελήφθησαν αυστηρά μέτρα για να έρθει η χώρα κάτω από στρατιωτική κυριαρχία. Συντάχθηκε ένα αυστηρό σύνταγμα, συστάθηκε Ανώτατο Συμβούλιο Εκπαίδευσης για να δώσει γραμμή στους διανοούμενους, ενώ το Εθνικό Συμβούλιο Ασφαλείας προσπαθούσε να πετύχει το αντίστοιχο με τους πολιτικούς.

Έχοντας υπηρετήσει το ρόλο του υποκινώντας το πραξικόπημα του 1980, ο Αλπαρσλάν Τουρκές (Alparslan Türkeş) φυλακίστηκε από την ανώτατη διοίκηση. Πράγματι, ο στρατηγός Μαντάνογλου (Madanoğlu) ήταν να τον στείλει στο εκτελεστικό απόσπασμα, αλλά ο φίλος του Ρουζί Ναζάρ (Ruzi Nazar) (από τη CIA) παρενέβη.

Βίλλα Ζιβερμπέι

Μετά το πραξικόπημα του 1971, η Βίλλα Ζιβερμπέι στο Ερενκόι (Erenköy) στην Ισταμπούλ, χρησιμοποιήθηκε για τις ανακρίσεις κάποιων μελών της αντικρουόμενης χούντας, που ήθελαν να καταργήσουν τους δημοκρατικούς θεσμούς και να δημιουργήσουν μια προ-σοβιετική διοίκηση. Ο εγκέφαλος πίσω από τις ανακρίσεις στο Ζιβερμπέι ήταν ο ταξίαρχος Μεμντούχ Ουνλουτούρκ (Memduh Ünlütürk), ο οποίος λειτουργούσε υπό τον αντιστράτηγο Τουργκούτ Σουνάλπ (Turgut Sunalp), που έδινε αναφορά στο Διοικητή του Πρώτου Σώματος Στρατού, Στρατηγό Φαϊκ Τουρούν (Faik Türün). Οι δύο τελευταίοι στρατηγοί ήταν βετεράνοι του Πολέμου της Κορέας που είχαν υπηρετήσει στο Τμήμα Επιχειρήσεων (τουρκ.: Harekât Dairesi). Οι μέθοδοι ανακρίσεων που χρησιμοποιήθηκαν στο Ζιβερμπέι ήταν εμπνευσμένες από όσα είχαν δει να κάνουν στους Κορεάτες και Κινέζους αιχμάλωτους πολέμου κατά τη διάρκεια του Πολέμου της Κορέας.

Οι τεχνικές των ανακρίσεών μας ήταν ''ειδικές''. Οι άντρες μας ήταν ειδικοί... Μία αμετανόητη κομμουνίστρια ισχυρίστηκε ότι βιάστηκε με γκλοπ. Συγγνώμη που το λέω κιόλας, αλλά θα χρειαζόντουσαν τα 20-21χρονα σωματώδη αγόρια μας γκλοπ; Αψηφά κάθε λογική. Από όσο γνωρίζω, οι κρατούμενοι τρώγανε απλώς καμιά ξυλιά.

-Τουργκούν Σουνάλπ (Turgut Sunalp), Νοκτά, 3 Νοεμβρίου 1985 (οι ξυλιές αναφέρονται στην αντιμετώπιση του Ταλάτ Τουρχάν (Talat Turhan) από τον Εγιούπ Οζαλκούς (Eyüp Ozalkus).

Διανοούμενοι όπως ο Ιλχάν Σελτσούκ (İlhan Selçuk) (από τη χούντα της 9ης Μαρτίου) και ο Ουγούρ Μουμτζού (Uğur Mumcu) βασανίστηκαν εκεί. Κάποιοι από τα θύματα του Ζιβερμπέι επιβεβαίωσαν ότι οι ανακριτές παρουσίαζαν τους εαυτούς τους ως "Κontrgerilla", πάνω από το νόμο, και με δικαίωμα να σκοτώνουν. Κάτω από την πίεση να γράψει μια απολογητική δήλωση, ο Σελτσούκ αποκάλυψε με περίφημο τρόπο το δράμα του χρησιμοποιώντας μια τροποποιημένη ακροστιχίδα, που με αποκρυπτογράφηση αποκάλυπτε τη φράση ''Είμαι υπό καθεστώς βασανιστηρίων''. Το γράμμα κλειδί ήταν το πρώτο γράμμα της προτελευταίας λέξης κάθε πρότασης της δήλωσής του.

Ένας άλλος κρατούμενος, ο γνωστός φιλελεύθερος Μουράτ Μπελγκέ (Murat Belge), λέει ότι βασανίστηκε εκεί από τον Βελί Κιουτσούκ (Veli Küçük), που αργότερα ίδρυσε τη Χωροφυλακή Πληροφοριών και Καταπολέμησης της Τρομοκρατίας (Jandarma İstihbarat ve Terörle Mücadele – JİTEM) και τη Χεζμπολάχ (Hezbollah) (Τουρκία) για να αντιμετωπίσει το Κουρδικό Εργατικό Κόμμα (PKK). Ο Κιουτσούκ ισχυρίζεται ότι δεν μπορεί να είναι υπεύθυνος, μιας και κρατούνταν στο Σιρνάκ (Şırnak) και είχε κατηγορηθεί για συνεργασία με ένα άλλο θύμα του Ζιβερμπέι, τον Ιλχάν Σελτσούκ (βλ. Εργκενεκόν).

Ο ακτιβιστής σκηνοθέτης Γιλμάζ Γκιουνέι (Yılmaz Güney) ήταν κι αυτός παρόν. Ένας φίλος του στη MİT προσπάθησε να εμποδίσει τη σύλληψή του λέγοντας στους ανώτερούς του ότι ο Γκιουνέι ήταν επίσης κατάσκοπος, αλλά το τέχνασμα απέτυχε. Ένας αξιωματικός της MİT που ήταν εκεί, ο Μεχμέτ Εϊμούρ (Mehmet Eymür), δήλωσε ότι ο Γκιουνέι αντιμετωπίστηκε καλά σε αντάλλαγμα για τη συνεργασία του.

Ο Στρατηγός Γιανάκ αρνήθηκε ότι το ÖHD είχε εμπλακεί, και απέρριψε κάθε ισχυρισμό για τους "Κontrgerilla".

Για το Ζίβερμπεϊ αξίζει να αναφερθεί ότι:

 ήταν η πρώτη φορά που έγινε αναφορά στον όρο "Κontrgerilla" από κάποιον που δεν ήταν ήδη μέλος.

 Αποκαλύφθηκε το γεγονός ότι οι Κontrgerilla συνεργάζονταν με τη MİT.

Η σφαγή του Κιζιλντερέ (Kızıldere)

Στις 30 Μαρτίου 1972 ειδικές δυνάμεις έκαναν επιδρομή στο χωριό Κιζιλντερέ (Kızıldere) της περιοχής Νικσάρ (Niksar), στην επαρχία Τοκάτ (Tokat) και σκότωσαν 10 νέους άντρες, οι οποίοι είχαν απαγάγει τρεις ξένους ομήρους και τους κρατούσαν στο Κιζιλντερέ. Στα θύματα συμπεριλαμβάνονταν οι Μαχίς Τσαγιάν (Mahir Çayan) (THKP-C), Χιουντάι Αρικάν (Hüdai Arıkan) (Dev-Genç), Τζιχάν Αλπτεκίν (Cihan Alptekin) (THKO), ο ταξιτζής Νιχάτ Γιλμάζ (Nihat Yılmaz), ο δάσκαλος Ερτάν Σαρουχάν (Ertan Saruhan), ο αγρότης Αχμέτ Ατασόι (Ahmet Atasoy), ο Σινάν Καζίμ Οζουντογρού (Sinan Kazım Özüdoğru) (Dev-Genç), ο φοιτητής Σαμπαχατίν Κουρτ (Sabahattin Kurt), ο Ομέρ Αϊνά (Ömer Ayna) (THKO) και ο υπολοχαγός Σαφέτ Αλπ (Saffet Alp). Οι τρεις όμηροι (δύο Βρετανοί και ένα Καναδός πολίτης), που κρατούσαν στην προσπάθειά τους να αποτρέψουν την εκτέλεση τριών ηγετών των φοιτητών (Deniz Gezmiş, Hüseyin İnan and Yusuf Aslan), σκοτώθηκαν επίσης.

Αν και ο στρατηγός Γιανάκ το αρνήθηκε, ένας ενεργός συμμέτοχος, ο εκτελεστής Μετίν Καπλάν (Metin Kaplan), δήλωσε ότι το ÖHD ήταν υπεύθυνη. Ανέφερε ότι μίλησε με το στρατηγό Μεμντούχ Ουνλουτούρκ (και ο ίδιος Κontrgerilla, και κακόφημος συμμέτοχος του περιστατικού στη Βίλα Ζιβερμπέι), σχετικά με το τι να κάνουν με τους κομμουνιστές τρόφιμους της φυλακής Μαλτεπέ (Maltepe), που σχεδίαζαν να δραπετεύσουν. Μετά από συμβουλές δύο στρατηγών των ΗΠΑ, άφησαν τους κρατούμενους να δραπετεύσουν, και να πάρουν ομήρους τρεις αξιωματικούς του ΝΑΤΟ στο Ουνιέ (Ünye). Αυτό δημιούργησε το πρόσχημα για τη δολοφονία τους.

Οι διπλοί πράκτορες της MİT Μεχμέτ Εϊμούρ (Mehmet Eymür) και Χιράμ Αμπάς (Hiram Abas), που δούλευαν για τη CIA, συμμετείχαν επίσης στη σφαγή του Κιζιλντερέ. Αφού απαλλάχθηκε από την MİT, ο Εϊμούρ μετακόμισε στο Μακλέιν (McLean) της Βιρτζίνια (Virginia), την έδρα της CIA. Στην Τουρκία αντιμετωπίζει κατηγορίες για δημοσιοποίηση κρατικών μυστικών και για κατασκοπία σε όφελος των Ηνωμένων Πολιτειών.

Η Σφαγή της Πλατείας Τάξιμ (Taksim)

Στις 1 Μαΐου 1977 η εργατική συνομοσπονδία DİSK πραγματοποίησε ένα συλλαλητήριο στην Πλατεία Ταξίμ στην Ισταμπούλ, με μισό εκατομμύριο συμμετέχοντες. Άγνωστοι πυροβόλησαν ενάντια στο πλήθος και σκότωσαν 36 άτομα. Οι δράστες δεν πιάστηκαν ποτέ. Ο πρωθυπουργός Μπουλέντ Ετζεβίτ (Bülent Ecevit), και μέλη του αριστερού Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος, δήλωσαν στον τότε Πρόεδρο Φαχρί Κορουτούρκ (Fahri Koruturk), ότι είχαν υποψίες για συμμετοχή των Κontrgerilla στη σφαγή. Σύμφωνα με τον Ετζεβίτ, οι πυροβολισμοί διήρκεσαν είκοσι λεπτά, κι όμως κάμποσες χιλιάδες αστυνομικών, που ήταν στο χώρο, δεν παρενέβησαν. Αυτός ο τρόπος χειρισμού θυμίζει τη σφαγή που έγινε στις 20 Ιουνίου 1973 στο Εζεϊζά

(Ezeiza) του Μπουένος Άιρες, όταν η Αντικομμουνιστική Συμμαχία της Αργεντινής (ΑΑΑ), που ιδρύθηκε από το Χοσέ Λόπεζ Ρέγα (μέλος του P2), άνοιξε πυρ εναντίον των αριστερών Περονικών.

Επιπλέον, ο ίδιος ο Ετζεβίτ μόλις που επιβίωσε από μια απόπειρα δολοφονίας, είκοσι μέρες αφού ανέφερε δημόσια την πιθανότητα, μια μυστική οργάνωση να βρίσκεται πίσω από τη σφαγή.

Ένας Αναπληρωτής Εισαγγελέας από την Άγκυρα, ο Ντογάν Οζ (Dogan Ōz), έκανε τότε έρευνα για τη σχέση ανάμεσα στο Κόμμα Κινήματος Εθνικιστών (MHP) του Αλπαρσλάν Τουρκές, το Τμήμα Ειδικού Πολέμου, και βίαια επεισόδια που σημειώθηκαν τη δεκαετία του '70. Στην αναφορά του, ο Ντογάν Οζ δήλωσε ότι, ''στρατιωτικές καθώς και πολιτικές δυνάμεις ασφαλείας βρίσκονται πίσω από αυτή την υπόθεση.'' Δήλωσε, επίσης, ότι, η Κρατική Υπηρεσία Πληροφοριών ήταν συνένοχη, και ότι ''όλες αυτές οι δραστηριότητες καθοδηγούνταν από μέλη και στελέχη του MHP.'' Ο Ντογάν Οζ δολοφονήθηκε στις 24 Μαρτίου 1978. Ο Ιμπραΐμ Τσιφτσί, μέλος των Γκρίζων Λύκων, ομολόγησε το έγκλημα, αλλά η καταδίκη του ανατράπηκε από το στρατιωτικό δικαστικό σύστημα.

Η Σφαγή της 16ης Μαρτίου

Στις 16 Μαρτίου 1978, επτά φοιτητές (Hatice Özen, Cemil Sönmez, Baki Ekiz, Turan Ören, Abdullah Şimşek, Hamit Akıl and Murat Kurt) σκοτώθηκαν και 41 τραυματίστηκαν στη Σχολή Φαρμακευτικής του Πανεπιστημίου της Ισταμπούλ. Οι δράστες ήταν μέλη των Γκρίζων Λύκων. Η δίκη ακυρώθηκε το 2008 λόγω του καταστατικού της παραγραφής.

Η Σφαγή του Μπαχτσελιεβλέρ (Bahçelievler)

Στις 9 Οκτωβρίου 1978, μια ομάδα εθνικιστών υπό την ηγεσία του Αμπντουλάχ Τσατλί (Abdullah Çatlı) σκότωσε επτά αριστερούς φοιτητές. Ο Τσατλί καταδικάστηκε ερήμην.

Η Σφαγή του Καχραμανμαράς (Kahramanmaraş)

Το Δεκέμβρη του 1978, 111 Αλεβήδες σκοτώθηκαν. Ο ανεπίσημος αριθμός είναι πολύ μεγαλύτερος. Ακολούθησε η κήρυξη Στρατιωτικού Νόμου, και το πραξικόπημα του 1980.

Απόπειρες Δολοφονίας

Οι πρωθυπουργοί Μπουλέντ Ετζεβίτ και Τουργκούτ Οζάλ επέζησαν από απόπειρες δολοφονίας σχεδιασμένες από τους Κontrgerilla. Ο εισαγγελέας Ντογάν Οζ, και ο συντάκτης της εφημερίδας Μιλιγιέτ (Milliyet) Αμπντί Ιπεκτσί (Abdi Ipekçi) σκοτώθηκαν.

Δολοφονία του Εσρέφ Μπιτλίς (Eşref Bitlis)

Ο Εσρέφ Μπιτλίς σκοτώθηκε στις 17 Φεβρουαρίου 1993 σε ένα μυστηριώδες αεροπορικό δυστήχημα.

Δολοφονίες

Eπίσης πολυάριθμες ήταν οι δολοφονίες επιχειρηματιών που θεωρήθηκαν ύποπτοι για προσφορά οικονομικής υποστήριξης στο ΡΚΚ και αμέτρητες οι εξωδικαστικές εκτελέσεις Κούρδων.

Τουρκία:Βαθύ Κράτος,Γκλάντιο, Κontrgerilla, Σουσουρλούκ, Εργκένεκον -2

Το Σκάνδαλο Σουσουρλούκ

Το σκάνδαλο του Σουρλουλούκ αναφέρεται στα γεγονότα γύρω από την κορύφωση της σύγκρουσης Τουρκίας – Κουρδικού Εργατικού Κόμματος (PKK) στα μέσα της δεκαετίας του '90. Θεωρείται σκάνδαλο γιατί άφησε υπόνοιες για σχέσεις μεταξύ της κυβέρνησης, των ενόπλων δυνάμεων και του οργανωμένου εγκλήματος. Οι σχέσεις αυτές δημιουργήθηκαν αφού το Εθνικό Συμβούλιο Ασφαλείας (NSC), το ανώτατο όργανο της χώρας, έθεσε ευθέως την ανάγκη για διευθέτηση των εθνικών πόρων για την καταπολέμηση του αυτονομιστικού, μαχητικού PKK.

Το σκάνδαλο βγήκε στην επιφάνεια ύστερα από ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα που έγινε στις 3 Νοεμβρίου 1996, στην επαρχία του Μπαλικεσίρ (Balıkesir). Στα θύματα συμπεριλαμβάνονταν ο αναπληρωτής επικεφαλής της αστυνομίας της Ισταμπούλ, ένας βουλευτής που ηγούνταν μιας ισχυρής Κουρδικής φατρίας, και ο αρχηγός των Γκρίζων Λύκων (ο οποίος ήταν δολοφόνος επί πληρωμή στην κόκκινη λίστα της Ιντερπόλ).

Το τουρκικό κράτος είχε εμπλακεί σε μια κλιμακούμενη, χαμηλής έντασης σύγκρουση με το PKK από το 1984. Η σύγκρουση κορυφώθηκε, όταν το PKK προγραμμάτισε να διακηρύξει την ανεξαρτησία του το 1994. Προς το τέλος του 1992, μια εξαιρετικά έντονη συζήτηση έλαβε χώρα στο Εθνικό Συμβούλιο Ασφαλείας, σχετικά με το χειρισμό της κατάστασης. Ορισμένοι, όπως ο πρόεδρος Τουργκούτ Οζάλ (Turgut Özal)και ο στρατηγός Εσρέφ Μπιτλίς (Eşref Bitlis) ήταν υπέρ μιας μη-στρατιωτικής λύσης. Ωστόσο, και οι δύο αυτοί άνθρωποι σκοτώθηκαν το 1993. Τον ίδιο χρόνο, το NSC προετοίμασε μια συντονισμένη καμπάνια Μαύρων Επιχειρήσεων με τη βοήθεια ειδικών δυνάμεων. Το τουρκικό παρακλάδι της Επιχείρησης Γκλάντιο, οι ''Κontrgerilla'', συνέβαλαν σημαντικά στις ειδικές αυτές δυνάμεις.

Η αναπληρώτρια πρωθυπουργός Τανσού Τσιλέρ (Tansu Çiller) ανέθεσε στην τότε αστυνομίας, με επικεφαλή τον Μεχμέτ Αγάρ (Mehmet Ağar),την παράλυση του PKK, και την εκτέλεση του ηγέτη του, Αμπντουλάχ Οτζαλάν (Abdullah Öcalan). Η αστυνομική μονάδα που ήταν υπεύθυνη γι αυτή τη δουλειά ήταν το Τμήμα Ειδικού Πολέμου (τουρκ.: Özel Harekat Dairesi, ÖHD). Συμμετείχε επίσης ο επί πληρωμή δολοφόνος Αμπντουλάχ Τσατλί (Abdullah Çatlı). Αυτό προκάλεσε αναστάτωση στην Κρατική Υπηρεσία Πληροφοριών (τουρκ.: Milli İstihbarat Teşkilatı, MİT), η οποία είχε προηγουμένως υπολογίσει στον Τσατλί να προβεί σε αντίποινα ενάντια στη μαχητική οργάνωση των Αρμενίων, ASALA. Ιδιαίτερα αναστατωμένος ήταν ο Μεχμέτ Εϊμούρ (Mehmet Eymür) του Αντιτρομοκρατικού Τμήματος των Επιχειρήσεων της MİT, ο οποίος είχε ανυπέρβλητες διαφορές με τον Αγάρ. Το σκάνδαλο έχει ως εκ τούτου σθεναρώς περιγραφεί ως ''η διαμάχη των δύο Μεχμέτ''.

Όπως πολλές παρόμοιες ομάδες, το PKK χρηματοδοτούνταν -τουλάχιστον εν μέρει- από το εμπόριο ναρκωτικών. Αντί να αποτρέψουν απλώς το PKK από την άντληση κέρδους μέσω παράνομων δραστηριοτήτων, αυτές οι παρατάξεις πάλεψαν για το ποια θα πάρει τη θέση του. Ο εμπειρογνώμων στον τομέα των πληροφοριών, Μαχίρ Καϊνάκ (Mahir Kaynak), περιέγραψε το στρατόπεδο της αστυνομίας ως ''φιλο-ευρωπαϊκό'', και το στρατόπεδο της MİT ως ''φιλο-αμερικάνικο''. Οι ένοχοι τσέπωσαν δισεκατομμύρια δολάρια από τα κέρδη του λαθρεμπορίου ναρκωτικών. Αυτή η παράνομη δραστηριότητα από τη μεριά του κράτους είχε μερικώς σαν κίνητρο -ή τουλάχιστον δικαιολογήθηκε ως τέτοιο- τα δεκάδες δις δολαρίων που χάθηκαν από τις εμπορικές συναλλαγές με το Ιράκ εξαιτίας του Πολέμου στον Κόλπο. Για να δει κανείς τις προοπτικές, το εμπόριο ηρωίνης, τότε αξίας 50 δις δολαρίων, ξεπερνούσε τον προϋπολογισμό του κράτους που ανέρχονταν σε 48 δις δολάρια. (Άλλες πηγές αναφέρουν ότι ο προϋπολογισμός του 1998 ήταν 62 δις δολάρια, ενώ η αγορά ναρκωτικών αφορούσε 70 δις δολάρια, αν και μόνο ένα μέρος αξιοποιείται ως προμήθεια.)

Αν και ο Αγάρ με την Τσιλέρ παραιτήθηκαν μετά το σκάνδαλο, σε κανέναν δεν αποδόθηκε κάποια κατασταλτική ποινή. Ο Αγάρ επανεκλέχθηκε τελικά στο Κοινοβούλιο (ως αρχηγός του Κόμματος του Ορθού Δρόμου, DYP), ενώ ο μοναδικός επιζήσας του αυτοκινητιστικού δυστυχήματος, ο οπλαρχηγός Σεντάτ Μπουτζάκ (Sedat Bucak), αφέθηκε ελεύθερος. Ουσιαστικά, οι δράστες ξέφυγαν από τη δικαιοσύνη.

Έγιναν ορισμένες μεταρρυθμίσεις: π.χ. η υπηρεσία πληροφοριών αναδιαρθρώθηκε για να τερματιστεί η εσωτερική διαμάχη (με το τμήμα του Εϊμούρ εντελώς διαλυμένο).

Ορισμένοι θεωρούν ότι το σκάνδαλο μπόρεσε να αποκαλυφθεί όταν αποσπάσθηκε ο έλεγχος της MİT από τη στρατιωτική ηγεσία το 1992.

Ποιος είναι ποιος

 Μεχμέτ Αγάρ (Mehmet Ağar): Υπουργός Εσωτερικών, Αρχηγός της Αστυνομίας μέχρι το Μάρτιο του 1995.

 Σεντάτ Μπουτζάκ (Sedat Bucak): Βουλευτής του Κόμματος του Ορθού Δρόμου (DYP) της Σανλιουρφά (Şanlıurfa), αρχηγός μιας φατριάς φρούρησης που αριθμούσε δύναμη 20.000 ατόμων στο Σιβερέκ (Siverek).

 Αμπντουλάχ Τσατλί (Abdullah Çatlı): Αρχηγός των Γκρίζων Λύκων, δολοφόνος επί πληρωμή των Κontrgerilla.

 Αϊχάν Τσαρκίν (Ayhan Çarkın): Εξέχον μέλος του Τμήματος Ειδικού Πολέμου της αστυνομίας (τουρκ.: Özel Harekât Dairesi, ÖHD). Προσωπικά υπεύθυνος για 1.000 θανάτους.

 Τανσού Τσιλέρ (Tansu Çiller): Αναπληρώτρια πρωθυπουργός, πρόεδρος του DYP.

 Κορκούτ Εκέν (Korkut Eken): Εμπειρογνώμων ειδικού πολέμου. Συνεργάστηκε τόσο με την MİT όσο και με το ÖHD. Στρατολόγησε Κούρδους πολιτοφύλακες για την καταπολέμηση του PKK στις αρχές της δεκαετίας του '90.

 Μεχμέτ Εϊμούρ (Mehmet Eymür): Αρχηγός του Αντιτρομοκρατικού Τμήματος της MİT.

 Λαζίμ Εσμαεϊλί (Lazım Esmaeili) και Ασκάρ Σιμίτκο (Askar Simitko): Ιρανοί πράκτορες της MİT.

 Ντογάν Γκιουρές (Doğan Güreş): Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου (Δεκέμβριος 1990 – Αύγουστος 1994).

 Χουσεΐν Κοτζαντάγ (Hüseyin Kocadağ): Επικεφαλής της αστυνομικής σχολής της Ισταμπούλ. Πρώην επικεφαλής του Τμήματος Ειδικού Πολέμου.

 Τέομαν Κομάν (Teoman Koman): Διοικητής της Χωροφυλακής (κάτω από την οποία λειτουργεί και η JİTEM).

 Σονμέζ Κοκσάλ (Sönmez Köksal): Υπογραμματέας της MİT.

 Ιμπραΐμ Σαχίν (İbrahim Şahin): Αναπληρωτής επικεφαλής του ÖHD.

 Γκοντζά Ους (Gonca Us): ερωμένη του Ταστλί, πρώην βασίλισσα ομορφιάς.

 

Από τα 59 άτομα που κατονομάζονται στην τρίτη έκθεση της MİT, τα 17 ήταν νεκρά από τη στιγμή που η έκθεση δημοσιεύτηκε. Μεταξύ αυτών είναι 4 πολιτικοί, 4 επιχειρηματίες, 14 εθνικιστές που σχετίζονταν με τη μαφία, 5 άτομα από το στρατιωτικό προσωπικό, 13 άτομα από το προσωπικό ασφαλείας, 4 άτομα από το προσωπικό της MİT, και 8 λαθρέμποροι ναρκωτικών που επίσης είχαν σχέσεις με τη μαφία.

Παρασκήνιο

Σύγκρουση Τουρκίας – PKK

Ο προσπάθειες για την καταπολέμηση του Κουρδικού Εργατικού Κόμματος (PKK) έφτασε σε κορύφωση στις αρχές της δεκαετίας του '90. Το PKK ήθελε να διακηρύξει ανεξαρτησία το αργότερο μέχρι το 1994, με αποσχιζόμενο κράτος στην περιοχή Σιρνάκ (Şırnak). Το PKK έλεγχε ουσιαστικά τις πόλεις του Σιρνάκ και του Τζιζρέ (Cizre) από τα κρησφύγετά του στα βουνά Τζουντί (Cudi), Γκαμπάρ (Gabar), και Ναμάζ (Namaz). Ο στρατός αποφάσισε ότι οποιοσδήποτε αποφάσιζε να πολεμήσει το PKK -όχι μόνο ο στρατός, αλλά και η αστυνομία, η μαφία, αντίθετες κούρδικες ομάδες κλπ.- θα έπρεπε να κάνει μια συντονισμένη προσπάθεια. Συντάχθηκε η ''Στρατηγική του 1993''. Ζητούμενα ήταν η στοχοποίηση ατόμων ύποπτων για χρηματοδότηση του PKK, η προληπτική σύλληψη μελών του PKK χρησιμοποιώντας ειδικές δυνάμεις, ο συνολικός ψυχολογικός πόλεμος, και η αναδιοργάνωση της απογραφής του στρατού.

Η πρόταση που τέθηκε ενώπιον του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας αρχικά απορρίφθηκε. Αξιοσημείωτοι δυσφημιστές της ήταν ο πρόεδρος Τουργκούτ Οζάλ και ο στρατηγός Εσρέφ Μπιτλίς, που τάχθηκαν υπέρ μιας ειρηνικής λύσης. Και οι δύο πέθαναν το 1993. Ο Μπιτλίς σκοτώθηκε σε αεροπορικό δυστύχημα που προκλήθηκε από σαμποτάζ, ενώ ο Οζάλ υποτίθεται ότι πέθανε από καρδιακή προσβολή. Ο λόγος της Τσιλέρ έγινε πιο επιθετικός μετά από αυτή την περίοδο.

Με την αντιπολίτευση παραγκωνισμένη, το σχέδιο εφαρμόστηκε έχοντας στο πηδάλιο των στρατιωτικών επιχειρήσεων τον αντιστράτηγο Χασάν Κουντακτσί (Hasan Kundakçı). Επαγγελματίες δολοφόνοι όπως ο Αμπντουλάχ Τσατλί και ο Αλαατίν Τσακιτζί (Alaattin Çakıcı) έλαβαν μέρος, μαζί με 2.500 – 5.000 μέλη των ειδικών δυνάμεων. Πολλοί από αυτούς τους άντρες αποσπάστηκαν από τις τάξεις των παράνομων Κontrgerilla, από το τουρκικό παρακλάδι της Επιχείρησης Γκλάντιο (Gladio). Οι Κontrgerilla συστάθηκαν αρχικά για να προετοιμάσουν το έδαφος της ανατροπής μιας πιθανής εισβολής, αποτέλεσμα του Συμφώνου της Βαρσοβίας. Ωστόσο, μετά την πτώση της ΕΣΣΔ, οι Κontrgerilla χρησιμοποιήθηκαν για να πολεμήσουν το PKK.

Υπάρχουν ισχυρισμοί, ότι κατά την περίοδο αυτή, μια αντιπροσωπία συμπεριλαμβανομένης της Τσίλερ, του Ντεμιρέλ (Demirel), του Χουσαμετίν Τζιντορούκ (Hüsamettin Cindoruk) (Πρόεδρος της Βουλής), του Αϊντίν Ιλτέρ (Aydin Ilter) (Γενικός Διοικητής της Χωροφυλακής), του Ναχίτ Μεντεσέ (Nahit Mentese) (Υπουργός Εσωτερικών), και του Αγάρ (ως αρχηγού της αστυνομίας), πραγματοποίησαν μια συνάντηση με δώδεκα αρχηγούς φυλών. Οι αξιωματικοί διαβεβαίωσαν αυτούς τους πολέμαρχους, γνωστούς για κατοχή βεβαρημένων ποινικών μητρώων, ότι το κράτος θα τους εφοδίαζε με ό,τι όπλα ήταν απαραίτητα προκειμένω να πολεμήσουν το PKK. Οι πολέμαρχοι ζήτησαν πολυβόλα MG-3, ρουκετοβόλα, φλογοβόλα, οβιδοβόλα, και αστυνομικά τανκ. Τα δύο τελευταία αιτήματα δεν έγιναν δεκτά, και τα αντιστάθμισαν αυξάνοντας τους μισθούς των φρουρών των χωριών (της πολιτοφυλακής) απασχολούμενων από τους πολέμαρχους.

Το Σεπτέμβρη το 1993, ο Αγάρ, ο Εκέν, ο Σαχίν, ο Ερτουγρούλ Ογκάν (Ertuğrul Ogan) και ο διακινητής όπλων Ερτάτς Τινάρ (Ertaç Tinar), ταξίδεψαν στο Ισραήλ μέσω Ζυρίχης. Ο Αγάρ ήρθε σε επαφή με ανώτερα στελέχη των υπηρεσιών πληροφοριών του Ισραήλ. Μετά από διαπραγματεύσεις, ο Εκέν παρέλαβε όπλα αξίας 50 εκατομμυρίων δολαρίων (αν και μόνο τα μισά πληρώθηκαν) από το ÖHD. Στα χαρτιά, τα όπλα φαινόταν να είναι δωρεά από την εταιρία του Τινάρ, Hospro. Κάποια από αυτά αργότερα χάθηκαν: 10 Micro Uzi των 9 χιλιοστών, 10 Super MG, 10 περίστροφα Beretta διαμετρήματος 22 με σιγαστήρα, και ένας εκτοξευτήρας ρουκετών AL 50Hv. Τρεις από τις Beretta βρέθηκαν στο δυστύχημα του Σουσουρλούκ. Μια δικαστική έρευνα ξεκίνησε εναντίον του αναπληρωτή προέδρου του ÖHD, Ιμπραΐμ Σαχίν, αλλά μετά από χτύπημα σε τροχαίο δυστύχημα που υπέστη, ισχυρίστηκε ότι έχασε τη μνήμη του.

Στις 3 Νοεμβρίου 1994, η Τσίλερ, ο Κοκσάλ, ο Εϊμούρ, και ο Αγάρ έφυγαν για το Ισραήλ προκειμένω να ιδρύσουν ένα συμφωνητικό συνεργασίας για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και την ανταλλαγή πληροφοριών. Η Τσίλερ και ο Αγάρ -όχι οι αξιωματικοί της MİT- μίλησαν κατ' ιδίαν με αξιωματούχους της MOSSAD σχετικά με τον εξοπλισμό που χρειάζονταν για την αιχμαλώτιση του Οτζαλάν (Öcalan), που βρισκόταν στη Συρία. Μια πλούσια συλλογή δολοφονικών όπλων παραδόθηκαν στο ÖHD στις 15 Νοεμβρίου, συμπεριλαμβανομένων 2 τηλεσκοπικών τουφεκιών Beretta διαμετρήματος 12.7, 8 επαναληπτικών καραμπίνων, 280 αυτομάτων Uzi, 20 τουφεκιών Galli των 7.62 χιλιοστών, 100 σιγαστήρων, 145 τηλεσκοπικών τουφεκιών. Ο Τζαν Ντουντάρ (Can Dündar) ισχυρίζεται ότι τα όπλα χρησιμοποιήθηκαν για πολιτικούς σκοπούς, άλλους από τη δολοφονία του Οτζαλάν.

Ο πρόεδρος του Εργατικού Κόμματος, Ντογού Περιντσέκ, ισχυρίστηκε ότι η ''δικτατορία Μαφίας – Γκλάντιο'' ήταν υποδεέστερη της Τσίλερ και του Αγάρ.

Ο εμπειρογνώμονας στο τομέα των πληροφοριών, Μαχίρ Καϊνάκ, δήλωσε ότι η συμμορία του Αγάρ είχε σα στόχο να δημιουργήσει ένα κράτος εν κράτει, πλήρες στη σκιά ενός στρατού (το σύστημα φρούρησης των χωριών), και με υπηρεσία πληροφοριών, στο εσωτερικό της αστυνομίας. Η MİT εξολόθρευσε τη συμμορία σε ένα τροχαίο που έκανε να φανεί σαν ατύχημα.

Αίτια του Σκανδάλου

Σύμφωνα με τον Εϊμούρ, το σκάνδαλο Σουσουρλούκ τέθηκε σε κίνηση από τους φόνους που σχετίζονταν με το εμπόριο των ναρκωτικών δύο Ιρανών, του Ασκάρ Σιμίτκο και του Λαζίμ Εσμαεϊλί το 1995. Ο Σιμίτκο και ο Εσμαεϊλί ήταν μυστικοί πράκτορες της MİT, εργαζόμενοι μέσα στη SAVAMA. Ωστόσο, η MİT δεν είχε λάβει γνώση για το λαθρεμπόριο ναρκωτικών, που είχε ως αποτέλεσμα το θάνατό τους, λόγω παράλειψης πληρωμής ενός ''φορτίου''.

Το σκάνδαλο ξεσκεπάστηκε ύστερα από το μοιραίο ατύχημα στο Σουσουρλούκ ενός αυτοκινήτου, το οποίο μετέφερε τον Αμπντουλάχ Τσατλί, το Σεντάτ Μπουτζάκ, το Χουσεΐν Κοτζαντάγ, και την Γκοντζά Ους. Οι επιβαίνοντες έμεναν σε ένα ξενοδοχείο μαζί με τον Μαχμέτ Αγάρ. Σύμφωνα με το σχέδιο δολοφονίας, ήταν να σκοτωθεί και ο Αγάρ. Ωστόσο, προειδοποιήθηκε από τον Σαμί Χοστάν (Sami Hoştan) και έμεινε στο ξενοδοχείο λέγοντας στους υπόλοιπους να φύγουν χωρίς αυτόν.

Η έκθεση του εισαγγελέα αναφέρει ότι οι επιβάτες στο αυτοκίνητο ήταν καθ' οδόν για να καταστρώσουν και αυτοί τα σχέδια για μια δολοφονία.

Ο Πόλεμος του Τουρφ (Turf)

Το ξεκίνημα του πολέμου του Τουρφ εντοπίζεται στις πράξεις αντιποίνων κατά τη δεκαετία του '80 ενάντια στη μαχητική αρμένικη οργάνωση ASALA. Ο πρώην πρόεδρος Κενάν Εβρέν (Kenan Evren) διέταξε την MİT να οργανώσει μια μονάδα ειδικών δυνάμεων με επικεφαλή τον Τσατλί προκειμένω να επιτεθεί σε μέλη της ASALA και του PKK. Ο Αναπληρωτής Περιφερειακός Διευθυντής της MİT, Μετίν Γκιουνγιόλ (Metin Günyol), σχημάτισε την ομάδα, αποτελούμενη από τον Τσατλί (γνωστός ως Μεχμέτ Σαρόλ(Mehmet Sarol)), τον Οράλ Τσελίκ (Oral Çelik) (Ατίλα Τσελίκ (Atilla Çelik)) και το Μεχμέτ Σενέρ (Mehmet Şener) (Ντουρμούς Ουνουτμάζ (Durmuş Unutmaz)). Στους υπόλοιπους που συμμετείχαν συμπεριλαμβάνονταν οι πρώην αρχηγοί εθνικιστικών συλλόγων Ramiz Ongun, Enver Tortaş, Tevfik Esensoy, Bedri Ateş (Uğur Özgöbek), Rıfat Yıldırım, Türkmen Onur και Üzeyir Bayraklı.

Μετά τις επιχειρήσεις, ο Τσατλί αποστασιοποιήθηκε από την MİT για να συμμετάσχει σε εγκληματικές δραστηριότητες για προσωπικό του όφελος. Εισχώρησε στην αστυνομική υπηρεσία, με επικεφαλή το Μεχμέτ Αγάρ. Με την ίδρυση της Αντιτρομοκρατικής Υπηρεσίας στην MİT το 1996, ο Τσατλί άρχισε να αντιμετωπίζεται σαν ανταγωνιστής.

Ο Φικρί Σαγλάρ (Fikri Sağlar) του Ρεπουμπλικανικού Δημοκρατικού Κόμματος (CHP) ισχυρίζεται ότι ο αρχηγός του επιτελείου στρατού, Ντογάν Γκιουρές, ήταν πίσω από μεγάλο μέρος του σχεδιασμού που οδήγησε στον Πόλεμο του Τουρφ, μεταξύ της MİT και της αστυνομικής υπηρεσίας. (Αφού ο Γκιουρές παραιτήθηκε από το στρατό τον Αύγουστο του 1994, έγινε μέλος του κόμματος της Τσιλέρ DYP.) Ο Σαγλάρ ισχυρίζεται ότι ο Γκιουρές πρότεινε το διορισμό του Νουρί Γκιουντές (Nuri Gündeş) ως υπογραμματέα της MİT, αλλά το γραφείο του προέδρου αρνήθηκε, οπότε η Τσιλέρ έβαλε τον Γκιουντές να δημιουργήσει μια ξεχωριστή υπηρεσία πληροφοριών, το Αρχηγείο Δημόσιας Ασφάλειας (τουρκ.: Kamu Güvenlik Başkanlığı,περιέργως με αρτικόλλεξο KGB). Μόλις άρχισαν οι φήμες ότι η KGB εμπλέκεται σε ανούσιες δραστηριότητες, ο πρόεδρος Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ (Süleyman Demirel) έβαλε να διαλυθεί. Η MİT αμύνθηκε ενάντια στον Αγάρ και τον Γκιουντές διορίζοντας τον αντίπαλό τους, Μεχμέτ Εϊμουρ, ο οποίος είχε ρίξει λάσπη στους άλλους δύο σε μια αναφορά το 1987. Για να μη μείνει με σταυρωμένα τα χέρια, ο Αγάρ προσέλαβε τον Κορκούτ Εκέν, που γνώριζε πράγματα σχετικά με τον Εϊμούρ. Το σκάνδαλο ξέσπασε μόνο εξαιτίας της ανικανότητας της Τσιλέρ, δήλωσε ο Σαγλάρ.

Μαφίες

Ο αναπληρωτής πρόεδρος της ANAP, Γιασάρ Οκουγιάν (Yaşar Okuyan), υπολόγισε τα έσοδα της μαφίας (ετησίως, σε τρις τούρκικων λιρών) ως εξής: 500 (ναρκωτικά), 200 (τζόγος), 300 (ξέπλυμμα χρημάτων). Το σύνολο είναι ισοδύναμο με χρήματα μαύρης αγοράς ύψους 3,5 δις δολαρίων το χρόνο.

Τρεις από τις πιο γνωστές συμμορίες αναμεμιγμένες με σκάνδαλα ήταν η Συμμορία Κοτζαελί (Χαντί Οζτζάν (Hadi Özcan)), η Συμμορία Σοϊλεμέζ (Söylemez) και η Συμμορία Γιουκσέκοβα (Yüksekova ).

Μια μαφιώζικη συμμορία υπό την αρχηγία των αδερφών Σοϊλεμεζ ,αποτελούμενη από αξιωματικούς της αστυνομίας και του στρατού, ανακαλύφθηκε το καλοκαίρι του 1996. Αρχηγός της συμμορίας ήταν ο αξιωματικός ελικοπτέρων Φαϊσάλ Σοϊλεμέζ (Faysal Söylemez), και μεταξύ των κορυφαίων αξιωματούχων που συμμετείχαν, ήταν ο πρώην αναπληρωτής αρχηγός της Αστυνομίας της Ισταμπούλ, Ντενίζ Γκοκτσετίν (Deniz Gökçetin), και ο πρών διευθυντής του υποκαταστήματος Ασφαλείας της Ισταμπούλ, Σεντάτ Ντεμίρ (Sedat Demir). Σύμφωνα με κυβερνητικές εκθέσεις, η Συμμορία Σοϊλεμέζ είχε όπλα, 186.500 γερμανικά μάρκα και 155.200.000 τούρκικες λίρες.

Η Συμμορία των Αδερφών Σοϊλεμέζ σχεδίαζε να κάνει επιδρομή στο αρχηγείο την φατριάς Μπουτζάκ στο Σιβερέκ (Siverek) της Ούρφα (Urfa), επικεφαλής της οποίας ήταν το μέλος του DYP και του κοινοβουλίου Σεντάτ Μπουτζάκ, ο μόνος επιζήσας του δυστυχήματος. Η βεντέτα μεταξύ των συμμοριών Μπουτζάκ και Σοϊλεμέζ υποτίθεται ότι βασιζόταν στον έλεγχο του λαθρεμπορίου όπλων και ναρκωτικών στην Τουρκία, ειδικότερα στο νοτιοανατολικό της τμήμα.

Λαθρεμπόριο Ναρκωτικών

Σύμφωνα με την Ιντερπόλ, "η Τουρκία είναι μια μεγάλη περιοχή ανασυγκρότησης και πέρασμα μεταφοράς ηρωίνης που προορίζεται για τις ευρωπαϊκές αγορές". Η Υπηρεσία Καταπολέμησης Ναρκωτικών των ΗΠΑ εκτίμησε ότι ο όγκος διακινούμενης ηρωίνης της Τουρκίας το 1997 ήταν 4-6 τόνοι/μήνα.

Το μήλο της έριδος των συμμοριών του Σουσουρλούκ ήταν το ευρωπαϊκό σκέλος της διαδρομής μεταφοράς της ηρωίνης , που περνούσε μέσω Τουρκίας. Το ένα πέμπτο των μαύρων χρημάτων αξιοποιείται από τη συμμορία ως "προμήθεια": μια αγορά της τάξης των 80 δις δολαρίων. Σύμφωνα με τον Ντογού Περιντσέκ (Doğu Perinçek), το δέλεαρ της ηρωίνης αποδείχτηκε ακαταμάχητο για το κράτος, το οποίο υπέστη ζημιά 40-50 δις δολαρίων από τις εμπορευματικές συναλλαγές με το Ιράκ λόγω του εμπάργκο των Η.Ε. και του Πολέμου του Κόλπου.

Αρχηγός του μεγαλύτερου καρτέλ ναρκωτικών ήταν ο Χουσεΐν Μπαϊμπασίν (Hüseyin Baybaşin). Η Εθνική Υπηρεσία Καταπολέμησης του Εγκλήματος (NCS) του Ηνωμένου Βασιλείου εκτίμησε ότι το 90% της ηρωίνης στο Η.Β. (25-35 τόνοι ετησίως στα τέλη της δεκαετίας του '90) ήταν υπό τον έλεγχο του Μπαϊμπασίν μέχρι το 2002, όπου σημειώθηκαν αιματηρά επεισόδια και τα "έσπασε" με τους συνεταίρους του από το PKK. Εγκαταστάθηκε στο Η.Β., αφού έγινε πληροφοριοδότης για το γραφείο της Διοίκηση των Τελωνίων και Ειδικών Φόρων για να αποκαλύψει αυτά που ήξερε, σαν κάποιος που ταξίδευε με διπλωματικό διαβατήριο, σχετικά με τη συμμετοχή ανώτερων πολιτικών και αξιωματούχων της Τουρκίας στη διακίνηση ηρωίνης.

Ο Μπαϊμπασίν υποστήριζε ότι ο σημαντικότερος επίσημος ανώτερος κρατικός υπάλληλος που συμμετείχε στον έλεγχο του εμπορίου ηρωίνης, ήταν ο Σουκρού Μπαλτζί (Şükrü Balcı), ο οποίος ήταν τότε αρχηγός της αστυνομίας της Ισταμπούλ.

Μετά από κάθε (τραπεζική) συναλλαγή, σίγουρα τα μισά χρήματα θα πήγαιναν στο κράτος. Για εμάς ήταν σαν ένας φόρος σε αντάλλαγμα για την προστασία που είχαμε από όλες τις μεριές. Αν τα χρήματα κατάσχονταν ή μας συνελάμβαναν, οι επαφές μας στην κυβέρνηση θα ερχόντουσαν να μας πάρουν και να πουν ότι εργαζόμαστε για το κράτος. Ακόμα και στην Ευρώπη μας προστάτευαν. Όταν έκανα το δεύτερο ταξίδι μου στην Ευρώπη εκείνο το χρόνο, διαπίστωσα, με τα ίδια μου τα μάτια, ότι όλα τα προξενεία ήταν στο κόλπο. Σε κάθε προξενείο, υπήρχε ένας υπάλληλος, στον οποίο είχαν επισήμως αναθέσει την ίδρυση πολιτιστικών κέντρων και τούρκικων σχολείων για παράδειγμα, και εμείς θα κάναμε χρηματικές δωρεές σε αυτά. Ο Τούρκικος Πολιτιστικός Σύλλογος ήταν ολοκληρωτικά χρηματοδοτούμενος από χρήματα του εμπορίου ναρκωτικών.

—Hüseyin Baybaşin , Bovenkerk and Yeşilgöz, 1998

Άλλο ένα ναρκωτικό που διακινούνταν σε σημαντικές ποσότητες ήταν το Κάπταγκον (Captagon). Ένας διακινητής ήταν και ο Μεχμέτ Αλί Γιαπράκ του Γκαζιαντέπ. Ο Γιαπράκ ήταν φαινομενικά ένας επιχειρηματίας, κάτοχος ενός τηλεοπτικού καναλιού (Yaprak TV), ενός ραδιοφωνικού σταθμού, και μιας τουριστικής εταιρίας (Hidayet Turizm). Ωστόσο, ηγούνταν επίσης μιας τρομερής συμμορίας που εισήγαγε λαθραία Captagon μέσω Συρίας και Σαουδικής Αραβίας, σύμφωνα με την έκθεση της MİT. Η τουριστική εταιρία του διευκόλυνε τη διακίνηση. Η έκθεση αναφέρει ότι ο Γιαπράκ δώρισε 500 δις τούρκικες λίρες για να υποστηρίξει την πολιτική εκστρατεία του Αγάρ με το DYP. Μόλις έμαθε για την περιουσία του Γιαπράκ, ο Τσατλί και μια ομάδα 6-7 ατόμων ντυμένων με αστυνομικές στολές τον απήγαγαν στις 25 Μαΐου 1996, και τον μετέφεραν σε ένα σπίτι στο Σιβερέκ που ανήκε στη φατρία Μπουτζάκ. Η απαγωγή, με κίνητρο την επιθυμία να μάθουν από πού έρχεται το Captagon και να ξεμπλέξουν τον Τοπάλ (Topal), σχεδιάστηκε από την αστυνομία στην Άγκυρα. Ο Γιαπράκ πλήρωσε 10 εκατομμύρια γερμανικά μάρκα για τα λύτρα, αλλά ο Τσατλί και οι συνέταιροί του απαγωγείς, έλαβαν μόνο ένα μικρό μερίδιο από αυτά. Όταν συνειδητοποίησαν ότι εξαπατήθηκαν, τσακώθηκαν με τους αρχηγούς τους στην Άγκυρα. Απήγαγαν τότε για δεύτερη φορά τον Γιαπράκ και τον ανέκριναν, στέλνοντας ένα αντίγραφο της κασέτας με τη μαγνητοφώνηση της ανάκρισης στον Μπουτζάκ, και άλλο ένα στον Εϊμούρ, μέσω του πράκτορα της MİT Μουφίτ Σεμέντ (Müfit Sement). Χρησιμοποιώντας τις κασέτες, ο Τσατλί κατάφερε να κλείσει μια συμφωνία με την Άγκυρα.

Μετά τη σύλληψη του Τοπάλ, ο φίλος του Χαλούκ Κοράλ (Haluk Koral) φώναξε τον Εϊμούρ για βοήθεια. Ο Τοπάλ είχε επίσης απαχθεί νωρίτερα από τον επικεφαλή της αστυνομίας Ιμπραΐμ Σαχίν.

Ο Γιαπράκ καταδικάστηκε το 1997 για συμμετοχή στη δολοφονία του δικηγόρου του Γκαζιαντέπ (Gaziantep) Μπουρχάν Βελί Τορούν (Burhan Veli Torun), και αφέθηκε ελεύθερος λόγω ενός νόμου αμνηστίας (τουρκ.: Şartlı Salıverilme Yasası). Το 2002, φυλακίστηκε εκ νέου, αφού βρέθηκαν στην κατοχή του 5 εκατομμύρια χάπια Captagon. Πέθανε στη φυλακή τον Ιανουάριο του 2004.

Μια αγορά στη πόλη Λιτζέ της νοτιοανατολικής Τουρκίας καταστράφηκε από πυρκαγιά. Ο αναπληρωτής Φικρί Σαγλάρ (Fikri Sağlar) ισχυρίστηκε ότι το Λιτζέ ήταν κέντρο επεξεργασίας ναρκωτικών, και ότι το εργοστάσιο μεταφέρθηκε στο Ελαζίγ.

Τζόγος και Ξέπλυμα Χρημάτων

Τα έσοδα από τα ναρκωτικά εισήλθαν στην αγορά μέσω των καζίνο.

Ο “βασιλιάς των καζίνο” Ομέρ Λουτφού Τοπάλ (Ömer Lütfü Topal) ήταν ένα από τα πρόσωπα κλειδιά σε αυτή την πτυχή του σκανδάλου.

Ένας διάσημος δημοσιογράφος έγραψε, ότι πολλές, άλλοτε άσημες, προσωπικότητες έγιναν μεγάλοι πολιτικοί αφού εισήλθαν στην επιχείρηση ξεπλύματος χρημάτων, γιατί τα πολιτικά κόμματα ήταν βαθιά μπλεγμένα σε αυτήν (για να χρηματοδοτήσουν τις εκστρατείες τους).

Σε απάντηση προς τη δημόσια κατακραυγή, ψηφίστηκε νομοθεσία κατά του ξεπλύματος χρημάτων το 1996, και κανονισμοί για την εφαρμογή του τέθηκαν σε λειτουργία τον επόμενο χρόνο.

Εξωδικαστικές Εκτελέσεις

Η πρωθυπουργός Τσιλέρ ενέκρινε τη θανάτωση επιχειρηματιών που ήταν ύποπτοι για δανεισμό οικονομικής υποστήριξης στο PKΚ.

Τα θύματα συμπεριλάμβαναν το ''βασιλιά των καζίνο'' Ομέρ Λουτφού Τοπάλ, τον Σαβάς Μπουλντάν (Savaş Buldan), και τον Μπεχτσέτ Τζαντούρκ (Behçet Cantürk).

Ο αρχηγός της αστυνομίας Αβτζί δήλωσε ότι οι συμμορίες άρχισαν να τρώγονται αφού οι υποτιθέμενοι χρηματοδότες του PKK, Μπεχτσέτ Τζαντούρκ και Σαβάς Μπουλντάν, δολοφονήθηκαν, μιας και οι συμμορίες είχαν ολοκληρώσει την αποστολή τους, να διαλύσουν τα οικονομικά θεμέλια του PKK.

Το Τμήμα Ειδικού Πολέμου (τουρκ.: Özel Harekat Dairesi, ÖHD) της αστυνομικής δύναμης θεωρήθηκε υπεύθυνο για κάποιες από τις παράνομες δολοφονίες. Η Νουράν Γιορουλμάζ (Nuran Yorulmaz), μητέρα ενός από τους κατάδικους του Σουσουρλούκ, έκανε πρόσφατα δημόσιες δηλώσεις, και είπε ότι ο Βελί Κιουτσούκ (Veli Küçük) διέταξε το γιο της, Ογούζ (Oğuz) (του ÖHD), να σκοτώσει 100 περίπου άτομα. Ο Ογούζ Γιορουλμάζ σκοτώθηκε στις 29 Μαΐου μέσα σε ένα μπαρ.

Ο ταξίαρχος Βελί Κιουτσούκ, που ήταν Περιφερειακός Διοικητής της Χωρφυλακής του Γκιρεσούν, ήταν, σύμφωνα με κοινοβουλευτική έκθεση, ο επικεφαλής της μυστικής πτέρυγας αντιτρομοκρατίας και πληροφοριών της χωροφυλακής, JİTEM. Ο Κιουτσούκ αρνείται την ύπαρξη της JİTEM μέχρι και σήμερα, αν και υπάρχουν πολυάριθμες αποδείξεις για το αντίθετο.

Σχέδιο Πραξικοπήματος Αζερμπαϊτζάν (Azerbaijan)

Η συμμορία της πρωθυπουργού σχεδίαζε να ανατρέψει τον πρόεδρο του Αζερμπαϊτζάν, Χαϊντάρ Αλίγιεβ (Haydar Aliyev), στις 13-17 Μαρτίου 1995. Σύμφωνα με έκθεση της MİT, η πρωθυπουργός Τσιλέρ έδωσε στον υπουργό Αϊβάζ Γκοκντεμίρ (Ayvaz Gökdemir), στο αρχηγό της αστυνομίας Αγάρ, στον Ιμπραΐμ Σαχίν, και στον Κορκούτ Εκέν, το πράσινο φως να τοποθετήσουν στη θέση του προέδρου τον Εμπουλφεγιούζ Ελτσιμπέι (Ebulfeyz Elçibey).

Μια ομάδα ατόμων, συμπεριλαμβανομένων των, Κορκούτ Εκέν (MİT), Ιμπραΐμ Σαχίν (Διοίκηση Ειδικών Δυνάμεων), Αμπντουλάχ Τσατλί (δολοφόνος επί πληρωμή) και Αϊχάν Τσαρκίν (ειδικές δυνάμεις), ταξίδεψαν στο Αζερμπαϊτζάν στις 12 Δεκεμβρίου 1994, προκειμένω να εκπαιδεύσουν μια μονάδα 60 ΟΜΟΝ (Αστυνομική Μονάδα Ειδικών Σκοπών) αξιωματικών της αστυνομίας για το πραξικόπημα. Προσκλήθηκαν από το Διοικητή της OMON, Ροβσχάν Ζαβάντωφ (Rovshan Javadov), που αποστάτησε από την KGB και πήγε στη CIA, ο οποίος και κατηύθυνε επίσης ένα αποτυχημένο πραξικόπημα. Η KGB/FSB και η CIA παρακολουθούσαν στενά τα γεγονότα.

Το πραξικόπημα ματαιώθηκε όταν η MİT ενημέρωσε στις 10 Μαρτίου 1995 τον Πρόεδρο Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ και αυτός κάλεσε τον Αλίγιεβ.

Ο Ελτσιμπέι ήταν ιδεολογικός σύμμαχος του Αλπαρσλάν Τουρκές (Alparslan Türkeş), που φιλοδοξούσε να δημιουργήσει ένα τούρκικο κράτος που θα εκτεινόταν σε ολόκληρη την περιοχή του Καυκάσου. Η υποστήριξη του Τουρκές στην απόπειρα του πραξικοπήματος προκάλεσε επίσης διπλωματική κρίση μεταξύ Τουρκίας και Αζερμπαϊτζάν, ενώ το τελευταίο ζήτησε επισήμως δήλωση που να διαψεύδει την ενότητα της έκθεσης, σχετικά με το πραξικόπημα που επιχείρησαν να επιβάλουν.

Η έκθεση του Σουσουρλούκ αναφέρει ότι οι επικεφαλείς σύμβουλοι της πρωθυπουργού Τσιλέρ, Ατζάκ Οκάν (Acar Okan) και Σουλεϊμάν Καμίλ Γιουτζεοράλ (Süleyman Kamil Yüceoral), εμπλέκονταν στην προσπάθεια πραξικοπήματος. Μέλος της Επιτροπής του Σουσουρλούκ, ο Φικρί Σαγλάρ, ισχυρίστηκε ότι σκοπός του πραξικοπήματος ήταν να εξασφαλιστεί η διαδρομή μεταφοράς των ναρκωτικών, που ξεκινούσε από το Αφγανιστάν. Ο Σαγλάρ επεσήμανε ότι ο Γιουτζεοράλ συμμετείχε στην πληρωμή του στρατηγού Ρασίντ Ντοστούμ στο Αφγανιστάν από το κεφάλαιο παράνομης κομματικής χρηματοδότησης.

Χρονοδιάγραμμα

3 Νοεμβρίου 1996

Ένα τροχαίο ατύχημα έλαβε χώρα στο Σουσουρλούκ κοντά στην πόλη του Μπαλικεσίρ, στο οποίο ο Αμπντουλάχ Τσατλί (πρώην ακροδεξιός μαχητής καταζητούμενος από την αστυνομία για πολλαπλούς φόνους και διακίνηση ναρκωτικών), ο Χουσεΐν Κοτζαντάγ (ανώτερος αξιωματούχος της αστυνομίας), και μια βασίλισσα ομορφιάς, σκοτώθηκαν, και ο Σεντάτ Μπουτζάκ (αναπληρωτής του Κοινοβούλιου του DYP) τραυματίστηκε. Το ατύχημα προκάλεσε πολιτικό σάλο και κάποιοι κατηγόρησαν, ότι το περιστατικό αυτό καταδεικνύει την παράνομη σχέση μεταξύ κρατικών αξιωματούχων και μαφίας.

8 Νοεμβρίου 1996

Ο Υπουργός Εσωτερικών Μεχμέτ Αγάρ, υποφέροντας κάτω από την πίεση της αντιπολίτευσης και μιας εκστρατείας ενημέρωσης ενάντια σε φερόμενους δεσμούς τις αστυνομίας με υποχθόνιους εγκληματίες μετά το αυτοκινητιστικό δυστύχημα στο Σουσουρλούκ, παραιτήθηκε και αντικαταστάθηκε αμέσως από τη Μεράλ Ακσενέρ (Meral Akşener), μια γυναίκα πολιτικό από το DYP.

12 Νοεμβρίου 1996

Το Κοινοβούλιο αποφάσισε να δημιουργηθεί μια εξεταστική επιτροπή για να διερευνήσει τους δεσμούς που αποκαλύφθηκαν στο ατύχημα του Σουσουρλούκ, μεταξύ ανώτερων αξιωματικών της αστυνομίας, αρχηγών του οργανωμένου εγκλήματος και πολιτικών.

22 Νοεμβρίου 1996

Ο Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ, τότε Πρωθυπουργός της Τουρκίας, κάλεσε τους αρχηγούς των κομμάτων σε συνάντηση στρογγυλής τραπέζης, για να αποφασίσουν συναινετικά τη μέθοδο έρευνας για τις υποτιθέμενες συνδέσεις κράτους-μαφίας, που ήρθαν στο φως με το ξέσπασμα του σκανδάλου του Σουσουρλούκ.

5 Δεκεμβρίου 1996

Η πρόσφατα διορισμένη Υπουργός Εσωτερικών, Ακσενέρ, εξήγησε ότι απάλλαξε από τις υπηρεσίες τους, τον Αρχηγό της Αστυνομίας της Ισταμπούλ Κεμάλ Γιαζιτζίογλου και κάμποσα μέλη της Ειδικής Ομάδας. Επιπλέον, απαλλάχθηκε και ο εν ενεργεία Αρχηγός του Τμήματος Ασφαλείας της Αστυνομίας Χανεφί Αβτζί (Hanefi Avci).

11 Δεκεμβρίου 1996

Ο Αγάρ και ο Μουτζάκ έχασαν την ασυλία τους σε ψηφοφορία γενικής συνέλευσης του Κοινοβουλίου.

10 Ιανουαρίου 1997

Η Κοινοβουλευτική Εξεταστική Επιτροπή, που συστάθηκε μετά το ατύχημα, ακροάζεται 41 άτομα, μεταξύ των οποίων ήταν ο Μπουτζάκ και ο Αγάρ, ως μάρτυρες. Αργότερα, ο πρόεδρος της Επιτροπής Μεχμέτ Ελκατμίς (Mehmet Elkatmis) φέρεται να δήλωσε, ''μπερδεύτηκα''.

13 Ιανουαρίου 1997

Το Δικαστήριο Κρατικής Ασφαλείας (DGM) της Ισταμπούλ έβαλε να συλλάβουν τα μέλη του ÖHD, Τζαρκίν, Ερσόι και Γιορουλμάζ.

14 Ιανουαρίου 1997

Ο οδηγός του Σεντάτ Μπουτζάκ, Αμπντουλγκανί Κιζιλκαγιά (Abdulgani Kizilkaya), ο Μουσταφά Αλτουνόκ (Mustafa Altunok) και ο Ενβέρ Ουλού (Enver Ulu) συνελήφθησαν σε σχέση με το συμβάν στο Σουσουρλούκ.

23 Ιανουαρίου 1997

Φωτογραφίες, που εμφανίζουν τον Αμπντουλάχ Τσατλί, έναν από αυτούς που σκοτώθηκαν στο Σουσουρλούκ και που καταζητούντο για φόνο, μαζί με μέλη της Ειδικής Ομάδας, δημοσιεύτηκαν σε μια εφημερίδα. Αυτά τα ιστορικά γεγονότα ήταν αποδεικτικά στοιχεία των σχέσεων μεταξύ αστυνομίας και παράνομων φυγάδων.

11 Μαρτίου 1997

Ο επικεφαλής του Τμήματος Ειδικού Πολέμου Ιμπραΐμ Σαχίν συνελήφθη. Τοποθετήθηκε στη φυλακή Μετρίς (Metris) μαζί με μέλη της Ειδικής Ομάδας.

26 Μαΐου 1997

Ο οδηγός του φορτηγού που συγκρούστηκε στο Σουσουρλούκ, Χασάν Γκοκτζέ, καταδικάστηκε να πληρώσει τις ζημιές.

22 Ιουνίου 1997

Ο Γιασάρ Οζ και ο Αμπντουλγκανί Κιζιλκαγιά αφέθηκαν ελεύθεροι.

19 Σεπτεμβρίου 1997

Αστυνομικοί και πολιτικοί που κατηγορήθηκαν για το σκάνδαλο του Σουσουρλούκ απαλλάχθηκαν.

24 Νοεμβρίου 1997

Ο Πρόεδρος του Κόμματος της Μητέρας Πατρίδας (ANAP) Μεσούτ Γιλμάζ (Mesut Yilmaz) δέχτηκε επίθεση στη Βουδαπέστη, κατά την οποία έσπασε τη μύτη του. Υπάρχουν ισχυρισμοί ότι η επίθεση εναντίον του έγινε επειδή ασχολήθηκε με το σκάνδαλο του Σουσουρλούκ.

8 Δεκεμβρίου 1997

Ο δικαστής Ακμάν Ακγιουρέκ (Akman Akyurek), ο οποίος βοήθησε στην προετοιμασία των εγγράφων σχετικά με την υπόθεση Σουσουρλούκ και ερεύνησε την εγκληματική συμμορία και τη σχέση της με το κράτος, έγινε το θύμα αυτοκινητιστικού δυστυχήματος (όπως συνέβη και στο ίδιο το περιστατικό του Σουσουρλούκ).

6 Φεβρουαρίου 1998

Ο λαθρέμπορος ναρκωτικών Σαμί Χοστάν (Sami Hostan) συνελήφθη.

4 Μαΐου 1998

Ο Χοστάν αφέθηκε ελεύθερος

16 Αυγούστου 1998

Ο Τσακιτζί συνελήφθη στη Γαλλία.

Αυτοκινητιστικό Δυστύχημα

Το σκάνδαλο ξέσπασε, όταν μια Mercedes 600 SEL που ανήκε στον Μουτζάκ τράκαρε με ένα φορτηγό κοντά στο Τσαταλτζεβίζ, στο Σουσουρλούκ της επαρχίας Μπαλικεσίρ της Τουρκίας. Το τρακάρισμα έλαβε χώρα στις 3 Νοεμβρίου 1996, στις 19:25 περίπου.

Τα θύματα του ατυχήματος, μαζί με τον Υπουργό Εσωτερικών Μεχμέτ Αγάρ, έμεναν στο ξενοδοχείο Ονουρά (Onura Hotel) στο Κουσαντασί (Kuşadası). Ο Κοτζαντάγ, ο Τσατλί και η Ους σκοτώθηκαν ακαριαία, είτε σχεδόν ακαριαία. Ο Μπουτζάκ τη γλίτωσε με ένα σπασμένο πόδι και κατάγματα στο κρανίο.

Αποδεικτικά στοιχεία που κατασχέθηκαν από το σημείο του ατυχήματος υποδήλωναν ότι ο Τσατλί μετέφερε:

 διπλωματικά διαπιστευτήρια από τις τουρκικές αρχές.

 άδεια οπλοφορίας εγκεκριμένη από την κυβέρνηση.

 ένα πλαστό διαβατήριο με το όνομα Μεχμέτ Οζμπάι (Mehmet Özbay), το ίδιο ψευδόνυμο που χρησιμοποιούσε ο Μεχμέτ Αλί Αγτζά.

 πολυάριθμα πιστόλια Beretta των 9 χιλιοστών και Saddam (Beretta 92), ένα Beretta διαμετρήματος .22 με σιγαστήρα, και δύο υποπολυβόλα Heckler & Koch MP5.

 δύο συσκευές ηχητικής παρακολούθησης.

 μια κρυφή θήκη για ναρκωτικά.

 χιλιάδες αμερικάνικα δολάρια.

Σύμφωνα με ανώνυμο μάρτυρα της έρευνας Εργκένεκον του 2007, αρχικά όλοι επέζησαν του δυστυχήματος, το οποίο προκλήθηκε με τη μερική απενεργοποίηση των φρένων της Μερσεντές. Μια ομάδα τριών ατόμων έφτασε και έσπασε τους λαιμούς των Ους και Τσατλί. Ο Μπουτζάκ σώθηκε από τους φρουρούς του, οι οποίοι πήραν επίσης την τσάντα του από το πορτ-μπαγκάζ και φώναξαν τον Χαλούκ Κιρτζί από τους Γκρίζους Λύκους. Ένας από τους πρώτους ανθρώπους που επισκέφτηκαν το σημείο ήταν ο βασιλιάς της μαφίας Αλί Γιασάκ (Ali Yasak), κοινώς γνωστός ως "Ντρεζ Αλί" ("Drej Ali"), ο οποίος πήρε την τσάντα του Τσατλί από το αυτοκίνητο, σύμφωνα με τον Τουντζάι Γκιουνέι (Tuncay Güney). Ο Κιουτσούκ αρνείται τις κατηγορίες του Γκιουνέι, ότι ο Γιασάκ έδρασε με δικές του εντολές. Ένας εισαγγελέας από το Ιλγκίν (Ilgin) έκανε παρόμοιους ισχυρισμούς πριν από δέκα χρόνια.

Ο βαρώνος των ναρκωτικών Σαμί Χοστάν (Sami Hoştan) είπε ότι οι φύλακες του Μπουτζάκ ήταν ο Ερτζάν Ερσόι (Ercan Ersoy) και ο Αλί Φεβζί Μπιρ (Ali Fevzi Bir) (γνωστός ως ''Αλίτσο'' ("Aliço"). Οι φύλακες φώναξαν το Χοστάν, ο οποίος στη συνέχεια φώναξε το φίλο του Μπουτζάκ, Αμπντουλάχ Γκιζιλκαγιά (Abdülgani Gızılkaya) και τον Βελί Κιουτσούκ, γιατί υποτίθεται ότι το δυστύχημα συνέβη σε περιοχή δικαιοδοσίας της δικής του χωροφυλακής. Οδηγώντας προς το σημείο του δυστυχήματος, ο Χοστάν είδε τον Ντρεζ Αλί. Ο Χοστάν ισχυρίζεται ότι ο Μεχμέτ Εϊμούρ τηλεφώνησε, ενώ αυτός, ο Τσατλί και ο Μπουτζάκ ήταν καθ' οδόν, πριν το ατύχημα. Ο Εϊμούρ ρώτησε τον Τσατλί σχετικά με το φόνο του κατασκόπου της MİT Ταρίκ Ουμίτ (Tarık Ümit). Ο Εϊμούρ φέρεται να εκμυστηρεύτηκε στην κόρη του Ουμίτ, Χαντέ Μπιριντζί (Hande Birinci), ότι ο πατέρας της δούλευε με τον Κορκούτ Εκέν (Korkut Eken)(σύμβουλος του Αγάρ) και ότι δολοφονήθηκε από τους άντρες του Αγάρ αφού αηδίασε από τη διαφθορά τους.

Ο οδηγός του φορτηγού, Χασάν Γκιοκτσέ, θεωρήθηκε υπεύθυνος για το ατύχημα και καταδικάστηκε σε τρία χρόνια φυλακή. Αφέθηκε ελεύθερος με εγγύηση 6,42 εκατομμυρίων τούρκικων λιρών. Το φορτηγό του (ένα Ford του 1968), κατασχέθηκε αφού δεν μπόρεσε να πληρώσει τους φόρους του.

Ο πρώην αναπληρωτής βουλευτής του MHP, Κουμπιλάι Ουϊγκούν (Kubilay Uygun), δήλωσε ότι είχε συστηθεί στον Αμπντουλάχ Τσατλί και το Χουσεΐν Κοτζαντάγ τρεις μέρες πριν το δυστύχημα από έναν τώρα-εν αποστρατεία υπολοχαγό. Ο Ουϊγκούν ισχυρίζεται ότι και αυτός επίσης έχει εργαστεί για το ''βαθύ κράτος''.

Αντίδραση

Επίσημη

Η αρχική αντίδραση του Υπουργού Εσωτερικών Μεχμέτ Αγάρ, ο οποίος υποτίθεται ότι ήταν ένας από τους στόχους, ήταν να υπονομεύσει την έρευνα. Πρώτα αρνήθηκε ότι ο Τσατλί ήταν παρών, ύστερα είπε ότι ο Τσατλί ήταν σε διαδικασία παράδοσης στις αρχές, μετά δήλωσε ότι μια εξειδικευμένη έρευνα δεν ήταν απαραίτητη. Υποχώρησε επιτρέποντας στο μοναδικό επιζήσαντα,τον Μπουτζάκ, να μιλήσει.

Από το 1950, κάποιοι μιλάνε για τους Κontrgerilla, τους μονομάχους, τους έτσι ή αλλιώς...για τριάντα χρόνια. Ποιο απ' αυτά έχει φανεί να είναι αλήθεια, έχει αποδειχτεί, έχει ξεσκεπαστεί; Κανένα από αυτά.

- Υπουργός Εξωτερικών Μεχμέτ Αγάρ σχετικά με την Επιχείρηση Γκλάντιο και το Κontrgerilla (29 Ιουνίου 1998).

Θα ακολουθήσουμε τα γεγονότα όπου κι αν οδηγούν. Κανείς δεν μπορεί να σκεπάσει το Σουσουρλούκ!

-Πρόεδρος Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ.

Κατηγορούν την Τούρκικη Δημοκρατία ότι χρησιμοποιεί παράνομες δυνάμεις. Ο πρόεδρος, οι αστυνομικές δυνάμεις, ακόμα και το Κοινοβούλιο αντιμετωπίζουν κατηγορίες για φόνο. Κανείς δεν έχει το δικαίωμα να υποπτεύεται ένα μεγάλο κράτος... Αντιμετωπίζουμε μια κατάσταση κατά την οποία μαχαιρώνουμε τους εαυτούς μας πισώπλατα. Ακόμα και οι Έλληνες δε θα μπορούσαν να μας κάνουν κάτι τέτοιο.

-η Αναπληρώτρια Πρωθυπουργός Τανσού Τσιλέρ παρομοιάζοντας τους δυσφημιστές με προδότες.

Αυτούς που ρίχνουν σφαίρες ή υποφέρουν από χτυπήματα στο όνομα αυτής της χώρας, αυτού του έθνους, και αυτού του κράτους θα τους θυμόμαστε πάντα με σεβασμό.

-η Αναπληρώτρια Πρωθυπουργός Τανσού Τσιλέρ για το δολοφόνο επί πληρωμή Αμπντουλάχ Τσατλί.

Οι ομιλίες της Τσιλέρ ήταν γραμμένες από τους συμβούλους της στο Αναλιτίκ Γκρουμπού (Analitik Grubu), μέλος του οποίου ήταν και ο Μουμταζέρ Τουρκονέ (Mümtazer Türköne)• υποτιθέμενη γνωριμία του Τσατλί από την ηγεσία των Γκρίζων Λύκων, και επί του παρόντος αρθρογράφος για την εφημερίδα Zaman. Ο αναπληρωτής του Κόμματος Κινήματος Εθνικιστών (MHP) ,Τουργκούλ Τουρκές (Tuğrul Türkeş), ισχυρίζεται ότι ο Τουρκονέ ήταν υποδεέστερος του Τσατλί.

Ο Αλπαρσλάν Τουρκές, του φασιστικού MHP, μίλησε επίσης υπερασπιζόμενος τον Τσατλί. Εν τω μεταξύ, ο πρόεδρος του κόμματος Ντεβλέτ Μπαχτσελί (Devlet Bahçeli) αρνήθηκε κατηγορηματικά οποιαδήποτε ανάμιξη του MHP.

Στις 15 Ιανουαρίου 1998, ο αναπληρωτής πρωθυπουργός Μπουλέντ Ετζεβίτ (Bülent Ecevit) τράβηξε την προσοχή στην ανέντιμη συμπεριφορά της JİTTEM, του τμήματος πληροφοριών της Χωροφυλακής.

Μετά τη λογοκρισία κάποιων σελίδων της αναφοράς, ο αντιπρόεδρος της HADEP Οσμάν Οζτσελίκ (Osman Özçelik) τράβηξε την προσοχή στην εμπλοκή συμμοριών, χρηματοδοτούμενων από το κράτος, στην υποτιθέμενη επίλυση του κουρδικού προβλήματος.

Ανεπίσημη

Αρκετές διαδηλώσεις, κάποιες από τις οποίες ήταν παράνομες, οργανώθηκαν σε διαμαρτυρία ενάντια στη διαφθορά και τις παράνομες δραστηριότητες που ξεσκεπάστηκαν από τις έρευνες. Μια διάσημη, εθνικής εμβέλειας εκδήλωση, γνωστή ως ''Ενός λεπτού σκοτάδι για τη διαρκή φώτιση'' ("Sürekli Aydınlık İçin Bir Dakika Karanlık"), οργανώθηκε σε διαμαρτυρία ενάντια στο ''σατανικό τρίγωνο'' (ένας εθνικιστής ηγέτης της μαφίας, ένας υψηλός αξιωματικός της αστυνομίας, και ένα μέλος του κοινοβουλίου). Οι συμμετέχοντες σε όλη τη χώρα έκλειναν τα φώτα για ένα λεπτό κάθε νύχτα στις 9 μ.μ. Αργότερα αυτό άλλαξε με ανοιγόκλεισμα των φώτων. Αυτό διήρκεσε από την 1 ως τις 28 Φεβρουαρίου 1997. Ο αναπληρωτής πρόεδρος του DYP, Μεχμέτ Γκολχάν (Mehmet Golhan), κατήγγειλε τους διαδηλωτές ως προδότες, ενώ ο πρωθυπουργός Νετζμετίν Ερμπακάν του Κόμματος της Ευημερίας, τους αποκάλεσε ''παράσιτα και συνωμότες...που δεν έχουν τίποτα άλλο να κάνουν εκτός από το να ραδιουργούν.''

Κάποιοι σχολιαστές έκριναν ότι η δημόσια αντίδραση ήταν βουβή σε σχέση με το βάρος του εγκλήματος, δηλώνοντας έτσι σιωπηρή έγκριση. Με άλλα λόγια, οι κατηγορούμενοι συμπέραναν ότι ο λαός πίστευε ότι πράγματι δούλευαν για την καλύτερη εξυπηρέτηση των συμφερόντων του κράτους.

Έρευνα

Τρεις εκθέσεις συντάχθηκαν μετά από το σκάνδαλο. Η πρώτη ήταν από την Κρατική Υπηρεσία Πληροφοριών (MİT). Υποψίες για τη εγκυρότητα την έρευνας της MİT οδήγησαν στην ανάθεση μιας δεύτερης έκθεσης, από τον πρόεδρο του Συμβουλίου Επιθεώρησης του Πρωθυπουργού (τουρκ.: Başbakanlık Teftiş Kurulu Başkanı), Κουτλού Σαβάς (Kutlu Savaş). 12 από τις 124 σελίδες αυτής της έκθεσης, με ημερομηνία την 22 Ιανουαρίου 1998, παρέμειναν απόρρητες. Τελικά, μια κοινοβουλευτική επιτροπή έρευνας με επικεφαλή το Μεχμέτ Ελκατμίς (Mehmet Elkatmış) δημοσίευσε μια έρευνα για το Σουσουρλούκ 350 σελίδων τον Απρίλιο του 1997.

Αναφερόμενος στην επιτροπή του Σουσουρλούκ, ο αναπληρωτής του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος CHP, Φικρί Σαγλάρ, δήλωσε ότι οι αρχηγοί του Κόμματος του Ορθού Δρόμου, Τανσού Τσιλέρ και Μεχμέτ Αγάρ, ήταν στο επίκεντρο του σκανδάλου, και προσωπικά υπεύθυνοι για την ''ανάμιξη της πολιτικής και της οικονομίας με τη μαφία''. Ο Σαγλάρ προσπάθησε και απέτυχε να συγκεντρώσει τις μαρτυρίες αρκετών ανθρώπων, συμπεριλαμβανομένων των Τεομάν Κομάν, Νετζντέτ Ουρούγ, Βελί Κιουτσούκ, Τανσού και Οζέρ Τσιλέρ. Όταν η Τανσού Τσιλέρ απείλησε με διακοπή της κυβέρνησης συνασπισμού, ο πρωθυπουργός Νετζμετίν Ερμπακάν (Necmettin Erbakan) εμπόδισε την κατάθεσή της. Ο Αγάρ κράτησε σιωπή ιχθύος, αποκαλύπτοντας μόνο ότι ενεργούσε σύμφωνα με σχέδιο του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας (NSC) (από το 1993).

Αν ένας τόσο σημαντικός εισαγγελέας σαν τον di Pietro έσπαγε τη σιωπή του στην Τουρκία, την επόμενη μέρα θα τον έσερναν στην πλατεία Ταξίμ σαν εχθρό του κράτους.

—Δηλώσεις του εμπειρογνώμονα πληροφοριών Μαχίρ Καϊνάκ (Mahir Kaynak) για τους λόγους που απέτυχε η έρευνα.

Η Έκθεση της Κρατικής Υπηρεσίας Πληροφοριών

Η έκθεση της MİT έδειξε ότι ο Τσατλί ήταν στο Ξενοδοχείο Σερατόν της Άγκυρας στις 24 Αυγούστου 1996 μαζί με μια αποστολή από το Μπρουνέι. Έφτασε στο ξενοδοχείο σε μία BMW με πλαστές πινακίδες (06 ΚΕ 889). Παρόλο που η αστυνομία ήταν ενήμερη για την παρουσία του δεν έγινε κάποια απόπειρα σύλληψης μιας και έφερε αστυνομική ταυτότητα.

Η Έκθεση του Συμβουλίου Επιθεώρησης

Μεταξύ άλλων, το Συμβούλιο Επιθεώρησης έκανε τους εξής ισχυρισμούς:

 Η συμμορία του Μπουτζάκ ήταν αναμεμιγμένη με διακίνηση ναρκωτικών. Ο Μπουτζάκ ήταν προσκείμενος στον Αγάρ και τον κυβερνήτη έκτακτης ανάγκης Ουνάλ Ερκάν (Ünal Erkan).

 Διαβατήρια και αστυνομικές ταυτότητες εκδίδονταν σωρηδόν από την αστυνομία της Άγκυρας.

 Αρκετά άτομα, συμπεριλαμβανομένων των αξιωματικών της MİT Νουρί Γκιουντές και Μεχμέτ Εϊμουρ, και του Προέδρου του Συμβουλίου Επιθεώρησης Κουτλού Σαβάς, είχαν επικοινωνία με την Πρωθυπουργό (Τανσού Τσιλέρ) μέσω του συζύγου της, Οζέρ Τσιλέρ. Ο Εϊμούρ κάλεσε επίσης τους Μεράλ Ακσενέρ, Τολγκά Σακίρ Ατίκ (Tolga Şakir Atik), Αντίλ Ονγκέν (Adil Öngen), και Αγάρ.

 Ο συνεργάτης του Ομέρ Λουτφού Τοπάλ (Ömer Lütfü Topal), Αλί Φεβζί Μπιρ, έχει συνδέσεις με τον Αμπντουλάχ Τσατλί και τους αστυνομικούς Ογούζ Γιορουλμάζ (Oğuz Yorulmaz) και Μουσταφά Αλτουνόκ (Mustafa Altunok).

 Ο καταδικασμένος δολοφόνος Μαχμούτ Γιλντιρίμ (Mahmut Yıldırım), με το παρατσούκλι Γιεσίλ (Πράσινο), ήταν πράκτορας της MİT που είχε διεισδύσει στη μαφία. Ένα κινητό τηλέφωνο που ανήκε στον Γιεσίλ βρέθηκε να είναι καταχωρημένο στο όνομα του Κιουτσούκ. Ο Κιουτσούκ δήλωσε ότι εκείνη την περίοδο συνομιλούσε με ηγέτες του διεθνούς εγκλήματος, όπως με τον Αμπντουλάχ Τσατλί, τον Σαμί Χοστάν και τον Σεντάτ Πεκέρ (Sedat Peker), μόνο προκειμένου να αποσπάσει πληροφορίες. Ωστόσο, το ίδιο τηλέφωνο είχε κληθεί δεκάδες φορές από ηγέτες του διεθνούς εγκλήματος, συμπεριλαμβανομένου του Τσατλί, και του ''βασιλιά των καζίνο'' Ομέρ Λουτφού Τοπάλ. Απαντώντας σε ερώτηση δημοσιογράφου για το λόγο που το κράτος απασχολεί εγκληματίες σαν το Γιεσίλ, ανώνυμος ανώτερος αξιωματικός της MİT δήλωσε, ότι η MİT δεν μπόρεσε να σκεφτεί άλλο τρόπο για να διεισδύσει σε παράνομες συμμορίες.

Η κοινοβουλευτική Έρευνα

Κατά τη διάρκεια μιας έρευνας που διεξήχθη από την κοινοβουλευτική επιτροπή για την υπόθεση Σουσουρλούκ, ο αναπληρωτής επικεφαλής των υπηρεσιών πληροφοριών της αστυνομίας Χανεφί Αβτζί (Hanefi Avci), γνωστοποίησε συνδέσεις και ονόματα ανώτερων αξιωματικών, που προσέφεραν προστασία σε αρχηγούς συμμοριών. Ο Αβτζί αποκάλυψε επίσης μια σύνδεση αμφιβόλου φύσεως μεταξύ του Τσακιτζί και του Μεχμέτ Εϊμούρ της MİT.

Ο Ελκατμίς δήλωσε, ότι ο Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου, Ισμαήλ Χακκί Καρανταγί (İsmail Hakkı Karadayı), τον εμπόδισε να πάρει κατάθεση από τον Κιουτσούκ, λέγοντας ότι δεν υπήρχε ανάγκη.

Η έκθεση της επιτροπής υποστήριζε ότι τα κρατικά όργανα χρησιμοποιούσαν τους Γκρίζους Λύκους και ότι κρατικές δυνάμεις κίνησαν τις συγκρούσεις αριστερών-δεξιών τη δεκαετία του '70.

Επακόλουθα

Η Ευρωπαϊκή αγορά ηρωίνης συρρικνώθηκε καθώς άλλα ναρκωτικά, ιδιαίτερα η κοκαΐνη και το έκσταση, κέρδισαν έδαφος. Το 2008, η αστυνομία της Ισταμπούλ κατάσχεσε 11 τόνους ναρκωτικών, 3.2 από τους οποίους ήταν ηρωίνη.

Δέκα χρόνια μετά το σκάνδαλο, ακόμα μια συμμορία, με το όνομα ''Εργκενεκόν'', αποκαλύφθηκε και δικάστηκε. Ο πρόεδρος της επιτροπής του Σουσουρλούκ, Μεχμέτ Ελκατμίς, δήλωσε ότι οι δύο οργανώσεις ήταν πανομοιότυπες με εξαίρεση το όνομα. Ένα από τα άτομα κλειδιά, ο Τουντζάι Γκιουνέι, αποδείχθηκε τελικά ότι ήταν κατώτερος του Εϊμούρ. Ο αναπληρωτής επικεφαλής του ÖHD, Σαχίν, τέθηκε υπό κράτηση τον Ιανουάριο του 2009. Τρεις χάρτες που βρέθηκαν στην κατοχή του οδήγησαν στην ανάκτηση πολλών όπλων σε διάσπαρτα κρησφύγετα στην περιοχή της Άγκυρας. Αποδείχτηκε ότι δεν ήταν τα όπλα που έλλειπαν από το Σουσουρλούκ.

Ο Οτζαλάν απέφυγε τη δολοφονία μετά τη δημοσιοποίηση του σχεδίου από ένα δημοσιογράφο του τηλεοπτικού καναλιού του PKK, MED-TV. Ο Κιουτσούκ τέθηκε και αυτός υπό κράτηση για την έρευνα Εργκενεκόν.

Συλλήψεις και Καταδίκες

 Ογούζ Γιορουλμάζ. Συνελήφθη στις 13 Ιανουαρίου 1997 και καταδικάστηκε σε τέσσερα χρόνια φυλάκιση.

 Σαμί Χοστάν. Συνελήφθη στις 6 Φεβρουαρίου 1998, αφέθηκε ελεύθερος στις 4 Μαΐου 1998.

 Ιμπραΐμ Σαχίν. Καταδικάστηκε στις 12 Φεβρουαρίου 2001 σε 6 χρόνια φυλάκιση.

 Κορκούτ Εκέν. Καταδικάστηκε στις 12 Φεβρουαρίου 2001 σε 6 χρόνια φυλάκιση.

 Αλαατίν Τσακιτζί. Συνελήφθη στις 6 Αυγούστου 1998, διέφυγε από τη δικαιοσύνη λόγω υποστήριξης εκ των έσω.

Μεταρρυθμίσεις

Ο νέος υφυπουργός, Σενκάλ Ατασαγκούν (Şenkal Atasagun), έφερε τα πάνω κάτω στην MİT, επανεντοπίζοντας τους Εϊμούρ και Ατάτς στο εξωτερικό, μακριά από κάθε κίνδυνο. Ο Εϊμούρ εγκαταστάθηκε τελικά στο Μακλέιν της Βιρτζίνια, την έδρα της CIA. Αντιμετωπίζει κατηγορίες για αποκάλυψη κρατικών μυστικών και κατασκοπία για λογαριασμό των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο Ατάτς έχει επίσης χαρακτηριστεί προσκείμενος στη CIA.

Ένα Σχέδιο Νόμου για την Καταπολέμηση του Οργανωμένου Εγκλήματος και ακόμα ένα σχέδιο για τη νομιμοποίηση της JİTEM, επιτρέποντας στη Χωροφυλακή να πραγματοποιεί νόμιμα δραστηριότητες υπηρεσίας πληροφοριών, ετοιμάστηκαν επίσης ως συνέπειες του σκανδάλου.

Η Τσιλέρ διέταξε το κλείσιμο των καζίνο.

Παραιτήσει και Προαγωγές

Ο Αγάρ παραιτήθηκε όταν πια έγινε ξεκάθαρο ότι ο Τσατλί ήταν συνεργάτης της αστυνομίας. Από την άλλη, 44 ανώτεροι αξιωματικοί που ήταν υπό καθεστώς έρευνας πήραν προαγωγή, συμπεριλαμβανομένων των:

 Ιμπραΐμ Σαχίν. Πρώην αναπληρωτής επικεφαλής του Τμήματος Ειδικού Πολέμου.

 Μπεχτσέτ Οκτάι (Behçet Oktay). Νυν αναπληρωτής επικεφαλής του Τμήματος Ειδικού Πολέμου.

 Χασάν Κοτζαντάγ (αδερφός του Χουσεΐν Κοτζαντάγ, που σκοτώθηκε στο αυτοκινητιστικό δυστύχημα). Έγινε αναπληρωτής αρχηγός της Αστυνομικής Διεύθυνσης.

 Μεχμέτ Τσαγλάρ (Mehmet Çağlar) και Σουκρού Γκιουρλέρ (Şükrü Gürler). Βοηθοί του Διευθυντή της Αστυνομικής Σχολής Ετιλέρ της Ισταμπούλ.

 Μπεντρί Γιανάρ (Bedri Yanar). Επικεφαλής της ασφάλειας (των προσωπικών φρουρών) του Πρωθυπουργού.

Ο Σαχίν ήταν κοντά σε ακροδεξιούς κύκλους και ιδιαίτερα στον Τσατλί, με τον οποίο είχε φωτογραφηθεί να χορεύει σε ένα γάμο. Παρείχαν στο Σαχίν πολλούς δολοφόνους επί πληρωμή (συμπεριλαμβανομένου του Τσατλί) με διαβατήρια από την αστυνομία του Νεβσεχίρ. Το 1984 καταδικάστηκε σε δύο χρόνια φυλάκιση για το βασανισμό πολλών ανθρώπων, αλλά η καταδίκη του ακυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο (τουρκ.: Yargıtay) για τεχνικούς λόγους, υποδηλώνοντας την υποστήριξη ισχυρών παραγόντων πίσω από τα παρασκήνια.

Η Σύλληψη του Τσακιτζί

Κατά τη διάρκεια την αναδιάρθρωσης της MİT από τον Σενκάλ Ατασαγκούν, ο Γιαβούζ Ατάτς (Yavuz Ataç) εξορίστηκε στο Πεκίνο στις 24 Οκτωβρίου 1997 εξαιτίας της εμπλοκή του με τη μαφία. Τον επόμενο μήνα, ο Ατάτς παρέδωσε στον Τσακιτζί το κόκκινο διαβατήριο που του επέτρεπε να ταξιδεύει ελεύθερα.

Ο Τσακιτζί συνελήφθη στις 16 Αυγούστου 1998 στη Γαλλία κατέχοντας ένα διπλωματικό διαβατήριο, αφού απείλησε, σύμφωνα με ισχυρισμούς, εν δυνάμει αγοραστές της Τουρκικής Εμπορικής Τράπεζας (τουρκ.: Turk Ticaret Bankasi) μέσω τηλεφώνου. Εκδόθηκε, φυλακίστηκε, και στη συνέχεια αφέθη ελεύθερος. Τη μέρα της τελευταίας σύλληψής του, στις 3 Μαΐου 2004, απέδρασε στην Ιταλία με βίζα που του δόθηκε στο Ιταλικό Προξενείο.

Ο αναπληρωτής του CHP, Φικρί Σαγλάρ, ισχυρίζεται ότι ο Τσακιτζί σκοπίμως επέλεξε να συλληφθεί στη Γαλλία, μια χώρα με ανεπτυγμένο δικαστικό σύστημα, και ακόμα ότι είχε εκ των προτέρων έρθει σε επαφή με δικηγόρο. Ο Τσακιτζί φερόταν να έχει στην κατοχή του επιβαρυντικά στοιχεία για άλλα κυβερνητικά στελέχη τη στιγμή της σύλληψής του. Ο Πρέσβης της Τουρκίας στη Γαλλία ήταν την εποχή εκείνη ο Σονμέζ Κοκσάλ -ο υφυπουργός της MİT μέχρι το Φεβρουάριο του 1998.

Ο Ατάτς είχε αρχικά προγραμματίσει να δώσει το διαβατήριο στο Μεχμέτ Τζαν Κουλακσίζογλου (Mehmet Can Kulaksızoğlu), το φυγά ηγέτη της Τουρκικής Ταξιαρχίας Εκδίκησης και ύποπτο ως εγκέφαλο πίσω από την απόπειρα δολοφονίας του προέδρου του Συλλόγου για τα Ανθρώπινα Δικαώματα, Ακίν Μπιρντάλ (Akın Birdal).

Η σύλληψη του Τσακιτζί συνέπεσε χρονικά με το γάμο του γιου του Υπουργού Εσωτερικών Μεχμέτ Αγάρ. Οι πρόεδροι Εβρέν και Ντεμιρέλ ήταν καλεσμένοι. Μόλις ενημερώθηκε για τη σύλληψη, ο Ντεμιρέλ άλλαξε γνώμη τελευταία στιγμή για το αν θα παρευρεθεί στο γάμο. Η σύλληψη του Τσακιτζί δεν αποκαλύφθηκε δημόσια μέχρι τις 20:30, όταν έλαβε χώρα η τελετή του γάμου.

Τουρκία:Βαθύ Κράτος,Γκλάντιο, Κontrgerilla, Σουσουρλούκ, Εργκένεκον -3

Εργκενεκόν (οργάνωση)

"Εργκενεκόν" (Ergenekon) είναι το όνομα που δόθηκε σε μια παράνομη οργάνωση Κεμαλιστών ακροδεξιών στην Τουρκία, οι οποίοι έχουν δεσμούς με μέλη των στρατιωτικών δυνάμεων και των δυνάμεων ασφαλείας της χώρας. Η ομάδα αυτή κατηγορείται για τρομοκρατία στην Τουρκία. Πήρε το όνομα Εργκενεκόν από ένα μυθικό τόπο που εντοπίζεται στις απρόσιτες κοιλάδες των Βουνών Αλτάι (Altay).

Η ατζέντα της έχει ποικιλοτρόπως περιγραφεί σαν Ευρασιανιστική (Eurasianist) και απομονωτιστική. Οι υποστηρικτές της θεωρούν τους εαυτούς τους υπερασπιστές του κοσμικού κράτους και της εθνικής κυριαρχίας. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, η διεκδίκηση της οργάνωσης για νομιμότητα έγκειται στο ότι υποτίθεται πως προστατεύει τα εθνικά συμφέροντα, τα οποία οι υποστηρικτές πιστεύουν ότι δεν είναι συμβατά με την κυριαρχία της δημοκρατικά εκλεγμένης κυβέρνησης του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚP), και ότι πλήττονται από τις υποτιθέμενες παραχωρήσεις της Τουρκίας στη Δύση. Στην Τουρκία, οι επεκτάσεις του κράτους -το κατεστημένο- που θεωρούνται υπεύθυνες για αυτό αναφέρονται ως το "βαθύ κράτος". Η ύπαρξη του "βαθέος κράτους" επιβεβαιώθηκε στην τουρκική κοινή γνώμη μετά το σκάνδαλο του Σουσουρλούκ το 1996. Φερόμενα μέλη έχουν κατηγορηθεί για συνωμοσία υποκίνησης ταραχών, μεταξύ άλλων δολοφονώντας διανοούμενους, πολιτικούς, δικαστές, στρατιωτικούς υπαλλήλους, και θρησκευτικούς ηγέτες, με απώτερο σκοπό την ανατροπή της κατεστημένης κυβέρνησης με ένα πραξικόπημα που είχε προγραμματιστεί να λάβει χώρα το 2009. Αυτό ήταν επακόλουθο ισχυρισμών που είχαν δημοσιευτεί στο τουρκικό εβδομαδιαίο περιοδικό Νοκτά (Nokta), ότι αρκετά αποτυχημένα πραξικοπήματα με τον ίδιο σκοπό είχαν σχεδιαστεί πριν μερικά χρόνια. Το πλησιέστερο κίνητρο πίσω από αυτές τις παραπλανητικές δραστηριότητες λέγεται ότι ήταν να πληγεί η αξιοπιστία του Κόμματος Δικαιοσύνη και Ανάπτυξης και να εκτροχιαστεί η διαδικασία προσχώρησης της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η Τουρκία έχει ήδη βιώσει τέσσερα "επιτυχή" πραξικοπήματα από το 1950 όπου διεξήχθησαν οι πρώτες δημοκρατικές εκλογές. Κατά το πρώτο πραξικόπημα το 1960, η χούντα εκτέλεσε τον πρώτο δημοκρατικά εκλεγμένο πρωθυπουργό της χώρας, Αντνάν Μεντερές (Adnan Menderes) και δύο από τους υπουργούς του. Υπήρξαν και άλλα πραξικοπήματα το 1971, το 1980 και το 1997, με πολυάριθμες επιπλέον απόπειρες "μη-επιτυχών" πραξικοπημάτων όλα αυτά τα χρόνια.

Το modus operandi της Εργκενεκόν έχει συγκριθεί με το τουρκικό παρακλάδι της Επιχείρησης Γκλάντιο (Gladio), το Κontrgerilla. Έχει ειπωθεί ότι τα άτομα που απαρτίζουν το "βαθύ κράτος" είναι μέλη, ή χρησιμοποιούν, αυτή τη μυστική οργάνωση, η οποία ιδρύθηκε στις αρχές του Ψυχρού Πολέμου για να αναχαιτίσει τον κομμουνισμό. Επιπλέον, η Εργκενεκόν είναι, σύμφωνα με ισχυρισμούς, ένα παράγωγο του Κontrgerilla.

Πάνω από εκατό άτομα, συμπεριλαμβανομένων αρκετών στρατηγών, κομματικών στελεχών, και ενός πρώην γενικού γραμματέα του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας, έχουν τεθεί υπό κράτηση ή ανακριθεί από τον Ιούλιο του 2008. Οι ακροάσεις ξεκίνησαν στις 20 Οκτωβρίου 2008, και αναμένεται να συνεχίσουν για πάνω από ένα χρόνο.

Σχολιαστές στον τουρκικό τύπο έχουν αποκαλέσει την Εργκενεκόν "υπόθεση του αιώνα".

Τι είναι η Εργκενεκόν;

Μία οργάνωση με το όνομα "Εργκενεκόν" συζητιέται από τότε που ξέσπασε το σκάνδαλο Σουσουρλούκ, το οποίο αποκάλυψε μια παρόμοια συμμορία. Ωστόσο, λέγεται ότι η Εργκενεκόν έχει υποστεί σημαντικές αλλαγές από τότε. Το πρώτο άτομο που μίλησε δημόσια σχετικά με την οργάνωση ήταν ο πρώην αξιωματικός του ναυτικού Ερόλ Μουτερτζιμλέρ (Erol Mütercimler), ο οποίος δήλωσε το 1997:

"Είναι πάνω από το Γενικό Επιτελείο, την MİT και τον πρωθυπουργό. Υπάρχουν στρατηγοί, αρχηγοί αστυνομικών διευθύνσεων, και επιχειρηματίες σε αυτή την οργάνωση."

"Ορίζοντάς την ως μια συμμορία είναι υπεραπλούστευση. Τι είναι μια συμμορία; Είναι η εμπλοκή ενός αριθμού ατόμων σε παράνομες δραστηριότητες. Δεν μπορεί να ορίσει κανείς την Εργκενεκόν ως συμμορία. Είναι μέρος μιας μεγάλης οργάνωσης. Ο Αλπαρσλάν Τουρκές (Alparslan Türkeş) και ο (πρώην στρατηγός) Τουργκούτ Σουνάλπ (Turgut Sunalp) ήταν μέλη της Εργκενεκόν."

"Μιας και έχω εργαστεί για το κράτος για πολλά χρόνια, γνωρίζω πως για να σχηματίσει κανείς μια τέτοια οργάνωση απαιτείται ένα μεγάλο κεφάλαιο. Δεν ήταν εύκολο να ιδρυθεί μια οργάνωση σαν την Εργκενεκόν. Πρώτα απ' όλα, χρειάζεται πολύ προσωπικό. Έχει ανάγκη επιχειρηματίες και ενδεχομένως εμπόρους ναρκωτικών."

Ο Μουτερτζιμλέρ δήλωσε ότι άκουσε για την ύπαρξη της αρχικής οργάνωσης από τον πρώην στρατηγό Μεμντούχ Ουνλουτούρκ (Memduh Ünlütürk), ο οποίος συμμετείχε στις αντικομμουνιστικές ανακρίσεις του Ζιβερμπέι μετά το πραξικόπημα του 1971. Ο υποστράτηγος Ουνλουτούρκ είπε στον Μουτερτζιμλέρ ότι η Εργκενεκόν ιδρύθηκε με την υποστήριξη της CIA και του Πενταγώνου. Ο Μουτερτζιμλέρ τέθηκε υπό κράτηση κατά τη διάρκεια της έρευνας της Εργκενεκόν για ανάκριση, πριν αφεθεί ελεύθερος.

Ο Μουτερτζιμλέρ και άλλοι, ωστόσο, έκαναν μια διάκριση μεταξύ της σημερινής Εργκενεκόν και της αρχικής, την οποία εξισώνουν με το Κontrgerilla: το τουρκικό παρακλάδι της Επιχείρησης Γκλάντιο. Η σημερινή Εργκενεκόν λέγεται ότι είναι μια "σκλήθρα" από την παλιά. Το άτομο, του οποίου η κατάθεση συνέβαλε περισσότερο στο κατηγορητήριο, ο Τουντζάι Γκιουνέι (Tuncay Güney), περιέγραψε την Εργκενεκόν σα μια χούντα που είχε σχέσεις με την Τούρκικη Οργάνωση Αντίσταση (τουρκ: Türk Mukavemet Teşkilatı, TMT) η οποία λειτουργούσε στη Βόρεια Κύπρο: η TMT ιδρύθηκε από ιδρυτικά μέλη του Κontrgerilla. Ο πρώην πρόεδρος της Βόρειας Κύπρου Ραούφ Ντενκτάς (Rauf Denktaş) αρνήθηκε οποιαδήποτε σύνδεση της TMT με την Εργκανεκόν.

Άλλη μια θέση είναι, ότι ενώ κάποιοι από τους υπόπτους μπορεί να είναι ένοχοι για κάτι, δεν υπάρχει κάποια οργάνωση που να συμμετέχουν όλοι, και το μόνο πράγμα που έχουν κοινό είναι η αντίθεσή τους με το AKP. Υπάρχουν επίσης ισχυρισμοί ότι η ατζέντα της Εργκενεκόν είναι σύμφωνη με την πολιτική του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας (NSC), που εκπονήθηκε στο άκρως απόρρητο "Κόκκινο Βιβλίο" (το Έγγραφο για την Πολιτική Εθνικής Ασφαλείας).

Ένας απολογισμός για τον Μουτερτζιμλέρ αναφερόταν επίσης στο πρώτο βιβλίο για την υπόθεση, το Εργκενεκόν (1997) των Τζαν Ντουντάρ (Can Dündar) και Τζελάλ Καζνταγλί (Celal Kazdağlı). Σε ένα άρθρο για τη Μιλιγιέτ (τουρκ.: Milliyet), ο Ντουντάρ παρομοιάζει την Εργκενεκόν με τη συμμορία του Σουσουρλούκ και το Κontrgerilla: τις άλλες δύο μυστικές ομάδες. Λέει ότι η συμμορία του Σουσουρλούκ είχε μεγαλύτερη χρηματοδότηση και ότι η έρευνά της είχε μεγαλύτερη λαϊκή υποστήριξη. Ο Ντουντάρ ανέφερε επίσης ότι η Εργκενεκόν διαφοροποιείται από το Κontrgerilla, στο ότι η πρώτη κλίνει προς τη Ρωσία, ενώ το τελευταίο προς τις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι ισχυρισμοί για τη συγγένεια της Εργκενεκόν με την Ευρασία υποστηρίζονται από τις δηλώσεις του επικεφαλή δικηγόρου του κινήματος Αλεξάντρ Ντούγκιν (Aleksandr Dugin), που αποκάλεσε την Εργκενεκόν "φιλορωσική ομάδα". Δήλωσε ότι ήξερε σχεδόν όλους τους υπόπτους, και τους επαίνεσε για τη συσπείρωση δεξιών και αριστερών (δηλαδή, των αντιπάλων του φιλοδυτικού κατεστημένου κόμματος, AKP) κάτω από τη σημαία του νεο-Κεμαλισμού. Μια χαρακτηριστική εκδήλωση αυτών των προσπαθειών ενάντια στο AKP είναι τα Συλλαλητήρια της Δημοκρατίας του 2007, υπό την αρχηγία του Σενέρ Ερουϊγκούρ (Şener Eruygur). Η συμμαχία μεταξύ αριστερών και δεξιών (όπου το ονομαστικά αριστερό CHP έκλινε προς το MHP) επισημάνθηκε από ορισμένους παρατηρητές στον τουρκικό τύπο πριν από την έρευνα.

Ο πρόεδρος της επιτροπής του Σουσουρλούκ Μεχμέτ Ελκατμίς (Mehmet Elkatmış) δήλωσε ότι οι συμμορίες του Σουσουρλούκ και της Εγκενεκόν είναι πανομοιότυπες εκτός από το όνομα. Υποστήριξε ότι οι αριστεροί δεν είναι υποστηρικτές της έρευνας Εργκενεκόν λόγω των αποκαλύψεων ότι πολλά εγκλήματα, που προηγουμένως φέρονταν να έχουν πραγματοποιηθεί από θρησκευτικούς φονταμενταλιστές, προβάλλονται τώρα σα παραπλανητικές ενέργειες. Ένας σημαντικός πρώην πράκτορας πληροφοριών, ο Μαχίρ Καϊνάκ (Mahir Kaynak), ισχυρίζεται ότι συμβαίνει το αντίθετο και η Εργκενεκόν είναι στον αντίποδα του Σουσουρλούκ: η πρώτη είναι κυρίως στρατιωτική, ενώ το τελευταίο ήταν μια παραστρατιωτική συμμορία που είχε στηθεί ενάντια στο στρατό. Ο Σαμίλ Ταϊβάρ (Şamil Tayyar) της εφημερίδας Σταρ (Star), που έχει γράψει βιβλία για την Εργκενεκόν, αναφέρει ότι η Εργκενεκόν δεν είναι συνέχεια του Σουσουρλούκ, αλλά της χούντας της 9ης Μαρτίου του πραξικοπήματος του 1971.

Ο πρώην διευθυντής της Υπηρεσίας για το Λαθρεμπόριο και το Οργανωμένο Έγκλημα της Αστυνομικής Διεύθυνσης της Ισταμπούλ (τουρκ.: Organize Suçlar Şubesi) δήλωσε ότι η σημερινή Εργκενεκόν είναι η στρατιωτική πτέρυγα της συμμορίας του Σουσουρλούκ.

Όταν η ρώσικη εφημερίδα Κομμερσάντ (Kommersant) δήλωσε ότι ο Ντούγκιν ήταν ο εγκέφαλος πίσω από την Εργκενεκόν, ο Ντούγκιν απάντησε ότι δεν είχε πάρει μέρος σε παράνομες δραστηριότητες, αλλά και ότι δε βλέπει, πού είναι το έγκλημα να συμμερίζονται το όραμά τους για το μέλλον της Τουρκίας -ελεύθερη από την επιρροή του ΝΑΤΟ και των Ηνωμένων Πολιτειών.

Ο Περιντσέκ (Perinçek) συμμετείχε στα συνέδρια του Κόμματος της Ευρασίας του Ντούγκιν από το 1996 (πριν τη προσχώρηση του Ντούγκιν). Ο Περιντσέκ ισχυρίζεται ότι είναι ο ιδεολόγος του κόμματος, και ότι έχει επηρεάσει το Κόμμα της Ευρασίας, αντί να είναι ο ίδιος υπό την επιρροή του κόμματος.

Δομή

Βάση εγγράφων που συνέταξε ένας από τους εισαγγελείς, ένα άρθρο της Σαμπάχ (Sabah) αναφέρει ότι η οργάνωση αποτελείται από έξι πυρήνες με το ακόλουθο προσωπικό:

 Σύνδεσμοι μυστικών πυρήνων και πυρήνων πολιτών. Βελί Κιουτσούκ (Veli Küçük) και Μουζαφέρ Τεκίν (Muzaffer Tekin).

 Παρασκηνιακοί: Μ. Ζεκεριγιά Οζτούρκ (M. Zekeriya Öztürk), Κεμάλ Κεριντσίζ (Kemal Kerinçsiz), Ισμαΐλ Γιλντίζ (İsmail Yıldız), και Ερκούτ Ερσόι (Erkut Ersoy).

 Επικεφαλής των ΜΚΟ: Σεβγκί Ερενερόλ (Sevgi Erenerol), Κεμάλ Κεριντσίζ (βοηθός).

 Επικεφαλής του Τμήματος Θεωρίας, Προπαγάνδας, και Παραπληροφόρησης: Ντογού Περιντσέκ (Doğu Perinçek).

 Επικεφαλής δομής της μαφίας: Βελί Κιουτσούκ, Μουζαφέρ Τεκίν (βοηθός).

 Υπόγειες επαφές: Αλί Γιασάκ (Ali Yasak), Σαμί Χοστάν (Sami Hoştan), Σεμίχ Τουφάν Γκιουλαλτάι (Semih Tufan Gülaltay), και Σεντάτ Πεκέρ (Sedat Peker).

 Επικεφαλείς τρομοκρατικών οργανώσεων: Βελί Κιουτσούκ και Ντογού Περιντσέκ.

 Δομή πανεπιστημίων: Κεμάλ Γιαλτσίν Αλεμντάρογλου (Kemal Yalçın Alemdaroğlu), Εμίν Γκιουρσές (Emin Gürses), Χαμπίμπ Ουμίτ Σαγίν (Habib Ümit Sayın).

 Επικεφαλής έρευνας και συλλογής πληροφοριών: Μεχμέτ Ζεκεριγιά Οζτούρκ (Mehmet Zekeriya Öztürk).

 Επικεφαλείς δικαστικού κλάδου: Κεμάλ Κεριντσίζ, Φουάτ Τουργκούτ (Fuat Turgut), και Νουσρέτ Σενέμ (Nusret Senem).

Από αυτούς, μόνο η δομή του τμήματος της "Θεωρίας" έχει αποκαλυφθεί από το Σεπτέμβριο του 2008.

Παρά τη φαινομενικά υψηλή θέση του Βελί Κιουτσούκ στην οργάνωση -κάποιοι τον έχουν αποκαλέσει ακόμα και αρχηγό- ο Σαμίλ Ταϊγιάρ (Şamil Tayyar) της εφημερίδας Σταρ αναφέρει ότι ο Κιουτσούκ δεν ανήκει "ούτε στους δέκα πρώτους". Η ταυτότητα του "νούμερο ένα" μέλους έχει αποκαλυφθεί στις εισαγγελικές αρχές από την MİT, αλλά δε θα δημοσιοποιηθεί. Κάποιοι δημοσιογράφοι έκαναν αντικρουόμενες εικασίες σχετικά με το ποιος μπορεί να είναι, αλλά δεν ονομάζουν ανοιχτά κανέναν λόγω έλλειψης συγκεκριμένων αποδεικτικών στοιχείων. Λέγεται ότι η κορυφαία θέση κατέχεται για περίοδο έξι μηνών από έναν εν ενεργεία αξιωματικό του στρατού. Επιλέγοντας ενεργούς αξιωματικούς, η ομάδα διατηρεί επαφές με το καθεστώς. Ένας από τους κύριους υπόπτους, ο Τουντζάι Γκιουνέι, δηλώνει ότι η ταυτότητα του ηγέτη μπορεί να βρεθεί εντοπίζοντας το χρηματοδότη -που μέχρι τώρα παραμένει άγνωστος- του δικτύου.

Όνομα

Δύο εξηγήσεις υπάρχουν σχετικά με τη γένεση του ονόματος της οργάνωσης, που χρησιμοποιείται από υποτιθέμενα μέλη και αναφέρεται σε αρκετά από τα έγγραφά της. Η πρώτη είναι ότι το όνομα προέρχεται από το μύθο της Εργκενεκόν• ένα μέρος στην Ευρασία, μυθολογικής σημασίας, ιδιαίτερα μεταξύ εθνικιστών (βλ. Αγκάρθα). Μια άλλη υπόθεση είναι ότι η οργάνωση πήρε την επωνυμία της από τον πρώην συνταγματάρχη -και μέντορα του Βελί Κιουτσούκ- Νετζαμπετίν Εργκενεκόν (Necabettin Ergenekon). Ο Εργκενεκόν αποστασιοποιείται από την ομάδα, λέγοντας ότι το όνομά του έχει αμαυρωθεί από τη σύνδεσή του με "τρομοκράτες". Γεννημένος το 1926, στο Ερζουρούμ (Erzurum), σαν Νετζαμπετίν Μπαλτατζί (Necabettin Baltacı), είχε θεωρηθεί ύποπτος από τον αργότερα δολοφονηθέντα κρατικό εισαγγελέα Τζεβάτ Γιουρντακούλ (Cevat Yurdakul), ότι κρυβόταν πίσω από μια σειρά μυστηριωδών θανάτων τη δεκαετία του '70. Ο Μπαλτατζί άλλαξε το όνομά του "κάποια στιγμή κατά τη δεκαετία του '60" για να αποφύγει τη σύγχυση με κάποιο άλλο άτομο με το ίδιο όνομα, πριν συνταξιοδοτηθεί το 1982, σύμφωνα με την εφημερίδα Zaman.

Αποκάλυψη

Αν και η έρευνα ξεκίνησε επίσημα το 2007, η ύπαρξη της οργάνωσης ήταν γνωστή εκ των προτέρων. Τα αρχεία για την Εργκενεκόν ανακαλύφθηκαν αφότου ένας κατάσκοπος με το όνομα Τουντζάι Γκιουνέι τέθηκε υπό κράτηση το Μάρτιο του 2001, για μια ήσσονος σημασίας απάτη. Κάποιοι λένε ότι το έγκλημα ήταν ένα τέχνασμα για να ξεκινήσει η έρευνα. Μια αστυνομική έρευνα της κατοικίας του κατέληξε με έξι σάκους αποδεικτικών στοιχείων, πάνω στα οποία στηρίζεται το κατηγορητήριο.

Ένα μήνα αργότερα, ένας αρθρογράφος που διατηρεί καλές σχέσεις με την κυβέρνηση, ο Φεχμί Κορού (Fehmi Koru), ήταν ο πρώτος που αποκάλυψε την είδηση, με το τυπικό του ψευδώνυμο Ταχά Κιβάντς (Taha Kıvanç). Το άρθρο του ήταν βασισμένο σε μια έκθεση κλειδί για την Εργκενεκόν, γράφτηκε στις 29 Οκτωβρίου 1999, και έφερε τον τίτλο "Εργκενεκόν: Ανάλυση, Δομή, Διαχείριση, και Σχέδιο Ανάπτυξης".

Η κατάθεση του Τουντζάι Γκιουνέι (2001)

Το άτομο, του οποίου οι καταθέσεις στην αστυνομία το 2001 αποτέλεσαν "τη σπονδυλική στήλη του κατηγορητηρίου" ήταν ένας κατάσκοπος με το όνομα Τουντζάι Γκιουνέι, γνωστός και ως "Βαμβάκι" (τουρκ.: İpek). Ο Γκιουνέι πιστεύεται ότι είναι κατώτερος του Μεχμέτ Εϊμούρ, του τότε Τμήματος της Αντιτρομοκρατικής της Κρατικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (MİT). Ο Εϊμούρ απαλλάχθηκε και η υπηρεσία του διαλύθηκε το 1997. Η σχέση του Γκιουνέι με την MİT έχει υπάρξει συγκεχυμένο ζήτημα• ο προϊστάμενός του ήταν κάποτε εργαζόμενος στην MİT, ενώ η MİT ισχυρίζεται ότι ο Γκιουνέι δεν ήταν (ειδικότερα, ότι δεν ήταν "καταχωρημένος πληροφοριοδότης") και ότι η MİT τον θεωρούσε ύποπτη φυσιογνωμία.

Υποτίθεται ότι ήταν επιφορτισμένος με τη διείσδυση στην υπηρεσία πληροφοριών της χωροφυλακής, τη JİTEM, και στην Εργκενεκόν το 1992. Ο Γκιουνέι συνελήφθη το 2001 για έκδοση πλαστών αδειών και πινακίδων κυκλοφορίας για πολυτελή αυτοκίνητα. Είναι ακόμη καταδικασμένος ερήμην για το συγκεκριμένο αδίκημα. Δεν έχουν απαγγελθεί εναντίον του κατηγορίες στο πλαίσιο της έρευνας της Εργκενεκόν, και κάποιοι λένε ότι είναι αποτέλεσμα συμφωνίας που έγινε με τις αρχές. Ωστόσο, βρίσκεται υπό καθεστώς έρευνας, και ο κρατικός εισαγγελέας Ζιγιά Χουρσίτ Καραγιούρτ (Ziya Hurşit Karayurt) έχει προτείνει την κλήτευσή του. Το δικαστήριο εξετάζει αν θα συνενώσει την προηγούμενη υπόθεσή του με αυτή για την Εργκενεκόν. Επιπλέον, έχουν κινηθεί νομικές διαδικασίες για την απόκτηση της κατάθεσής του από το εξωτερικό χρησιμοποιώντας την Ιντερπόλ. Ο εισαγγελέας Οζ έχει προετοιμάσει μια λίστα 37 ερωτήσεων για τον Γκιουνέι, ο οποίος δηλώνει ότι θα συνεργαστεί αν η ανάκριση γίνει από την αστυνομία του Καναδά.

Ο Γκιουνέι λέγεται ότι συνδυάζει την πραγματικότητα με τη φαντασία, σπέρνοντας αμφιβολίες για το κατηγορητήριο, για το οποίο ονομάζεται "ύποπτος φυγάς" (τουρκ.: firari şüpheli). Ο Γκιουνέι θεωρείται τόσο σημαντική φυσιογνωμία που αντίπαλες δημοσιογραφικές ομάδες έχουν αρθρογραφήσει πολλάκις κατηγορώντας η μία την άλλη, ότι προσπαθεί να επηρεάσει την κοινή γνώμη αμφισβητώντας την αξιοπιστία του. Λέγεται, ότι κάποιος από τις ομάδες, ο Αϊντίν Ντογάν (Aydın Doğan), κλήθηκε να μη δημοσιεύσει υλικό σχετικά με την Εργκενεκόν από το Βελί Κιουτσούκ, μέσω του Ντογού Περιντσέκ. Το Δεκέμβρη του 2008, ο Γκιουνέι δήλωσε ότι ένας δημοσιογράφος της Χουριγιέτ (Hürriyet) του προσέφερε ένα χρηματικό ποσό για να μη μιλήσει σχετικά με την εφημερίδα, της οποίας ένα από τα ανώτερα μέλη υποτίθεται ότι συμμετέχει στην Εργκενεκόν. Η Χουριγιέτ αρνήθηκε τους ισχυρισμούς.

Η κατάθεση του Ενγκίν Μπαγμπάρς (Engin Bağbars) (2006)

Ο καταδικασμένος ηγέτης μιας συμμορίας ναρκωτικών είκοσι ατόμων, ο Ενγκίν Μπαγμπάρς, έδωσε μια κατάθεση 10.5 ωρών στην αστυνομία σχετικά με την Εργκενεκόν στις 27 Σεπτεμβρίου 2006. Γνώρισε τον ύποπτο της Εργκενεκόν Μουζαφέρ Τεκίν μέσα στο 2005 μέσω ενός ατόμου με το όνομα Γκοκχάν Μπάσογλου (Gökhan Başoğlu), ο οποίος του είπε ότι η συμμορία είχε παρεισφρήσει στην υπηρεσία πληροφοριών και το στρατό, και ότι είχαν βλέψεις να ηγηθούν της αστυνομικής δύναμης. Ο Μπάσογλου πρότεινε επίσης να εισαχθεί ο Μπαγμπάρς στην Ένωση Εθνικών Δυνάμεων (τουρ.: Kuvayı Milliye Derneği). Ο Μπαγμπάρς ισχυρίζεται ότι προετοιμάστηκε να εκτελέσει μια αναδιοργανωτική πράξη παρόμοια με τη δολοφονία του Χραντ Ντινκ (Hrant Dink)• του είχε δοθεί ένα Καλάσνικοφ.

Ο Μπαγμπάρς παίρνει την ευθύνη για το ξεσκέπασμα της Εργκενεκόν. Ειδικοί αναλυτές πληροφοριών άρχισαν να δουλεύουν μετά την κατάθεσή του. Άλλες πηγές αναφέρουν ότι αυτό συνέβη στις 24 Μαΐου, στο γραφείο του Κρατικού Εισαγγελέα της Ραιδεστού (τουρκ.: Tekirdağ). Ο Μπαγμπάρς ήταν παρών σα μάρτυρας στη δίκη της Εργκενεκόν.

Βόμβες στο Ουμρανιγιέ (Ümraniye) (2007)

Η έρευνα ξεκίνησε επισήμως όταν το Αρχηγείο της Χωροφυλακής της Τραπεζούντας (τουρκ.: Trabzon) έλαβε ένα ανώνυμο τηλεφώνημα στις 12 Ιουνίου 2007 λέγοντας ότι βόμβες και εκρηκτικά C-4 βρίσκονταν στη διεύθυνση: Güngör Sokak № 2, Çakmak Mahallesi, Ümraniye. Βγήκε αμέσως ένταλμα από το 2ο Ειρηνοδικείο του Ουμρανιγιέ. 27 χειροβομβίδες (αλλά όχι και C-4), βρέθηκαν σε ένα ξύλινο κιβώτιο με νάιλον κάλυμμα στη στέγη ενός χαμόσπιτου στην καθορισμένη διεύθυνση. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, αυτός που κάλεσε ήταν ο Σεβκί Γιγίτ (Şevki Yiğit), ο πατέρας του μισθωτή του κτιρίου, Αλί Γιγίτ. Ο Σεβκί βρήκε το κιβώτιο με τις χειροβομβίδες κατά λάθος και ρώτησε το γιο του για αυτές. Ο Αλί τότε ρώτησε τον ιδιοκτήτη του σπιτιού, το θείο του, Μεχμέτ Ντεμιρτάς. Σύμφωνα με το Γιγίτ, ο Ντεμιρτάς απάντησε ότι υπήρχε ένα κιβώτιο με στρατιωτικό εξοπλισμό στη σκεπή που ανήκε στον υπαξιωματικό του ÖHD Οκτάι Γιλντιρίμ, και του συνέστησε να μη μιλήσει γι αυτό. Ο Αλί Γιγίτ πρόσθεσε ότι ο απόστρατος καπετάνιος Μουζαφέρ Τεκίν και ο πρώην υπαξιωματικός Μαχμούτ Οζτούρκ (Mahmut Öztürk), και οι δύο μέλη των ειδικών δυνάμεων, σταμάτησαν μια φορά δίπλα στο μανάβικό του (που βρίσκονταν κοντά στη φτωχογειτονιά και ανήκε στον Ντεμιρτάς) με μια μαύρη Mercedes ενώ ο Γιλντιρίμ ήταν παρών, ότι ο Γιλντιρίμ έφυγε για να γυρίσει με τον Οζτούρκ 15-20 λεπτά αργότερα με ένα κίτρινο Opel Corsa, και ότι ο πατέρας του βρήκε τις χειροβομβίδες μετά από3-4 μήνες. Ο Γιγίτ δήλωσε ότι ο πατέρας του, που μένει στην Τραπεζούντα, ενδεχομένως να έκανε το τηλεφώνημα μιας και δεν είχε καλές σχέσεις με τον Ντεμιρτάς.

Οι χειροβομβίδες βρέθηκαν να φέρουν τον ίδιο κωδικό με αυτές που χρησιμοποιήθηκαν σε 14 περιστατικά σε ολόκληρη τη χώρα. Τις ξεφορτώθηκαν δύο βδομάδες μετά την ανακάλυψή τους λόγω αδυναμίας διατήρησής τους.

Μια έρευνα στο γραφείο του Γιλντιρίμ στο Ρεϊνά (Reina) και στην κατοικία του Μουζαφέρ Τεκίν αποκάλυψε ένα μυστικό έγγραφο με τίτλο "Ergenekon Lobi" (δηλ. Λόμπι της Εργκενεκόν) σχετικά με τα σχέδια της ομάδας. Οι πληροφορίες στα έγγραφα οδήγησαν τις αρχές στην επανεξέταση της υπόθεσης του Τουντζάι Γκιουνέι.

Ο Γιλντιρίμ αργότερα αρνήθηκε τις κατηγορίες, αν και είχαν βρεθεί τα δαχτυλικά του αποτυπώματα στο κιβώτιο. Κατά τη διάρκεια της δίκης, αναφέρθηκε στον Ντεμιρτάς ως πρώην κατώτερό του στρατιώτη, και δήλωσε ότι οι τέσσερις εκθέσεις σχετικά με τα δαχτυλικά του αποτυπώματα αντικρούονταν μεταξύ τους. Ο Γιλντιρίμ ισχυρίστηκε επίσης ότι ο Αλί Γιγίτ δεν κατάφερε να ξεχωρίσει τον Τεκίν από τον Οζτούρκ όταν πήγε στη Φυλακή του Μπαϊραμπασά (Bayrampaşa). Ο Γιλντιρίμ ρώτησε τον Γιγίτ αν ο Ντεμιρτάς ήταν παρών όταν η αστυνομία έψαχνε για τις χειροβομβίδες. Ο Γιγίτ είπε "όχι", ερχόμενος σε αντίθεση με προηγούμενη δήλωσή του ότι ο Ντεμιρτάς είχε φτάσει αφού του τηλεφώνησε η αστυνομία. (Ο Ντεμιρτάς δήλωσε ότι δεν ήταν παρών).

Κατά τη δέκατη τρίτη ακρόαση, ο Αλί Γιγίτ είπε ότι μπέρδεψε κάποιον για τον Μουζαφέρ Τεκίν, με τον οποίο είχε μοιραστεί ένα κελί στη Φυλακή Μπαϊραμπασά και είχε δεθεί μαζί του, σε βαθμό που τον θαύμαζε σαν πατρική φιγούρα. Δήλωσε επίσης ότι είχε μετακομίσει από το κτίριο 20 μέρες πριν τις έρευνες. Αφού έμαθε για τις χειροβομβίδες, άφησε τη δουλειά του στο μανάβικο, και έγινε οδηγός ταξί. Υποτίθεται ότι οδηγούσε έξω από το σπίτι όταν ήρθε η αστυνομία, όποτε και τους είπε ότι το μέρος ήταν δικό του για να μην αναγκαστούν να σπάσουν την πόρτα. Ωστόσο, ο θείος του Ντεμιρτάς δεν εμπιστευόταν τον Γιγίτ και άφησε τα κλειδιά στον αδερφό του τελευταίου. Έφεραν τα κλειδιά, έψαξαν το σπίτι, έβαλαν τον Γιγίτ να επιβεβαιώσει ότι οι χειροβομβίδες είχαν βρεθεί και το σπίτι δεν είχε υποστεί ζημιές, και μετά τον πήραν στο τμήμα για να αποσπάσουν την κατάθεσή του, που περιγράφηκε παραπάνω. Μετά την κράτησή του, ο Γιγίτ ισχυρίζεται ότι απειλήθηκε από τον Ντεμιρτάς, τον Κεριντσίζ, τον Γιλντιρίμ και το δικηγόρο του. Ο Γιλντιρίμ φέρεται να πίεσε τον Γιγίτ να ενοχοποιήσει τον πατέρα του (Σεβκί) καλώντας τον λαθρέμπορο όπλων.

Ο Ντεμιρτάς αρνήθηκε επίμονα ότι είχε εξηγήσει την προέλευση του κιβωτίου, όπως ισχυριζόταν ο Γιγίτ. Ο Ντεμιρτάς ισχυρίστηκε ότι ο Γιγίτ του εμπιστεύτηκε ότι είχε δει μόνο φωτογραφίες του Τεκίν στο αστυνομικό τμήμα. Σύμφωνα με τη Ραντικάλ (Radikal), η αστυνομία τον απείλησε με 39 χρόνια φυλάκιση αν δεν κατηγορήσει τον Οκτάι Γιλντιρίμ.

Σχέδιο Δράσης της Επιχείρησης Κλουβί

Σχέδιο Δράσης της Επιχείρησης Κλουβί είναι το όνομα που δόθηκε σε ένα υποτιθέμενο σχέδιο από το ριζοσπαστικό περιθώριο της τουρκικής αριστερής πτέρυγας του κοσμικού κινήματος, το οποίο δημιουργήθηκε με σκοπό να αποσταθεροποιήσει την κυβέρνηση του Κόμματος Νόμου και Δικαιοσύνης, βάζοντας εναντίον του πολιτικές και θρησκευτικές μειονότητες.

Έρευνα

Η έρευνα ξεκίνησε επισήμως μετά από ένα ανώνυμο τηλεφώνημα τον Ιούνιο του 2007 στη Χωροφυλακή της Τραπεζούντας, που αποκάλυψε ένα κιβώτιο με χειροβομβίδες το οποίο ανήκε σε μέλη του Τμήματος Ειδικού Πολέμου (τουρκ.: Özel Harekât Dairesi, ÖHD). Μια έρευνα στο δίκτυο των γνωριμιών των υπόπτων αποκάλυψε περισσότερες πληροφορίες και οδήγησε στη σημερινή κατάσταση. Μέλη του ÖHD συμμετείχαν ουσιαστικά στο κεκαλυμμένο σκάνδαλο του Σουσουρλούκ πριν δέκα χρόνια.

Το μεγαλύτερο μέρος του κατηγορητηρίου της Εργκενεκόν συντάχθηκε από έγγραφα που βρέθηκαν το 2001, όταν ένας πρώην πράκτορας του Οργανισμού Κρατικής Υπηρεσίας Πληροφοριών τηςΤουρκίας, με το όνομα Τουντζάι Γκιουνέι, συνελήφθη (χωρίς η αστυνομία να γνωρίζει ποιος είναι) για ένα μικρό αδίκημα. Κάποιοι λένε ότι αυτό ήταν σκόπιμο, δεδομένου ότι παρείχε λεπτομερείς πληροφορίες στην αστυνομία για την Εργκενεκόν ενώ κρατούνταν για ένα άσχετο κακούργημα. Η αστυνομική δύναμη της Ισταμπούλ έκλεισε την έρευνα το 2002 επικαλούμενη έλλειψη ενοχοποιητικών στοιχείων.

Άλλη μια σημαντική εξέλιξη ήταν τα αποτυχημένα πραξικοπήματα του 2004. Όταν οι υπηρεσίες πληροφοριών άκουσαν τις φήμες μιας απειλής για δολοφονία του αρχηγού του επιτελείου στρατού Γιασάρ Μπουγιουκανίτ (Yaşar Büyükanıt) και ενός ακόμη πραξικοπήματος σχεδιασμένου για το 2009 (υπό το διάδοχο του Μπουγιουκανίτ, Ιλκέρ Μπασμπούγ (İlker Başbuğ)), ξεκίνησε η έρευνα. Περίπου την ίδια περίοδο προτάθηκε η διάλυση του κατεστημένου Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης.

Οι δικαστικές ακροάσεις άρχισαν στις 20 Οκτωβρίου 2008. Ο πρώην εισαγγελέας Μετέ Γκοκτούρκ (Mete Göktürk) είχε υπολογίσει ότι θα διαρκέσουν τουλάχιστον ένα χρόνο.

Δικαστική

Το Κακουργιοδικείο της Ισταμπούλ για την καταπολέμηση των Οργανωμένων και Τρομοκρατικών Εγκλημάτων χειρίζεται την υπόθεση, με επίσημο αριθμό 2007/1536, και που μερικές φορές αναφέρεται με το όνομα της τοποθεσίας που βρέθηκε το κιβώτιο με τα όπλα το 2007, Ουμρανιγιέ. Ο αριθμός του κατηγορητηρίου είναι 2008/623 και ο αριθμός βάσης (τουρκ.: esas numarasi) 2008/968.

Οι τρεις αρχικοί εισαγγελείς είναι οι Ζεκεριγιά Οζ (Zekeriya Öz) (επικεφαλής εισαγγελέας), Μεχμέτ Αλί Πεκγκιουζέλ (Mehmet Ali Pekgüzel) και Νιχάτ Τασκίν (Nihat Taşkın). Δικαστής είναι ο Κοκσάλ Σενγκιούν (Köksal Şengün). Ο Οζ μεταφέρεται με μια θωρακισμένη Mercedes, και προστατεύεται από μια ομάδα δεκαπέντε ατόμων.

Το Σεπτέμβριο του 2008, οι ύποπτοι Μουζαφέρ Τεκίν, Εργκούν Ποϊράζ (Ergün Poyraz), Κεμάλ Κεριντσίζ, Ντογού Περιντσέκ και ο συνταγματάρχης Ερντάλ Σαριζεϊμπέκ (Erdal Sarızeybek), κατέθεσαν μια ποινική έκθεση κατά των εισαγγελέων, επικαλούμενοι "τη διενέργεια μεροληπτικής έρευνας, κακής μεταχείρισης και πρακτικών που δεν αρμόζουν σε έναν εισαγγελέα." Ο Υπουργός Δικαιοσύνης Μεχμέτ Αλί Σαχίν (Mehmet Ali Şahin) απέρριψε την αίτηση, μη βρίσκοντας κάποιο παράπτωμα.

Το Νοέμβριο του 2008, η εφημερίδα Τζουμχουριγιέτ (Cumhuriyet) και ο εκδότης της Yeni Gün Haber Ajansı Basın ve Yayıncılık A.Ş. κατέθεσαν μια αγωγή 100,000 λιρών εναντίον των τριών εισαγγελέων. Ένας από τους κύριους αρθρογράφους της, ο Ιλχάν Σελτσούκ (İlhan Selçuk), είναι κατηγορούμενος στην υπόθεση Εργκενεκόν. Δύο ακόμη εισαγγελείς έχουν αναλάβει την υπόθεση για να εξασφαλιστεί η συνέχιση της δίκης χωρίς καθυστέρηση.

Κατηγορίες

Η έρευνα αποκάλυψε υποτιθέμενους δεσμούς μεταξύ μιας ένοπλης επίθεσης στο Τουρκικό Συμβούλιο της Επικρατείας το 2006 που άφησε έναν νεκρό δικαστή, μιας βομβιστικής επίθεσης κατά μιας κοσμικής εφημερίδας, απειλών και επιθέσεων εναντίον ατόμων που κατηγορούνται για αντιπατριωτισμό και το περιστατικό του Σουσουρλούκ το 1996, καθώς επίσης και τη σύνδεση των σχεδίων κάποιων ομάδων των Τουρκικών Ένοπλων Δυνάμεων (TSK) να ανατρέψουν τη σημερινή κυβέρνηση. Σύμφωνα με την έρευνα, η Εργκενεκόν είχε κάποιο ρόλο στη δολοφονία του Χραντ Ντινκ, ενός εξέχοντος δημοσιογράφου αρμενικής καταγωγής του Ιταλού ιερέα Πάτερ Αντρέα Σαντόρο (Andrea Santoro) το Φεβρουάριο του 2006, και τις βάρβαρες δολοφονίες τριών χριστιανών, ένας εκ των οποίων ήταν ένας Γερμανός υπήκοος ο οποίος σκοτώθηκε στην επαρχία της Μαλάτιας (Malatya) τον Απρίλιο του 2007. Επιπλέον, αρχεία σχετικά με την JİTEM, συνδέουν τη δολοφονία του πρώην διοικητή της JİTEM, Τζεμ Ερσεβέρ (Cem Ersever), που σκοτώθηκε το Νοέμβριο του 1993, με την Εργκενεκόν. Ένα πρώην μέλος της JİTEM, ο Αμπντουλκαντίρ Αϊγκάν (Abdülkadir Aygan), δήλωσε ότι η JİTEM είναι το στρατιωτικό σκέλος της Εργκενεκόν.

Έγγραφα που κατασχέθηκαν κατά τη διάρκεια της έρευνας -με την προϋπόθεση ότι είναι αυθεντικά- θα αποδείξουν ότι η ομάδα σχεδίαζε μια βομβιστική επίθεση στην πλατεία Ταξίμ (Taksim) της Ισταμπούλ, προκαλώντας σύγχυση που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως πρόσχημα για στρατιωτική επέμβαση. Κάποιοι υποστηρίζουν επίσης ότι οι κρατούμενοι συμμετείχαν σε προκλήσεις και ταραχές κατά τη διάρκεια των επεισοδίων στην περιοχή Γκάζι (Gazi) της Ισταμπούλ το 1995, όταν δεκάδες άτομα σκοτώθηκαν σε συγκρούσεις με την αστυνομία κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων, μετά από μια επίθεση σε ένα συνοικιακό καφενείο που ανήκε σε Αλεβήδες.

Τα αποδεικτικά στοιχεία που αποκαλύφθηκαν πρόσφατα υποδεικνύουν ότι ο θάνατος του Στρατηγού Εσρέφ Μπιτλίς (Eşref Bitlis) το1993, και αυτός του δημοσιογράφου Ουγούρ Μουμτζού (Uğur Mumcu), ίσως σχετίζονται με την Εργκενεκόν. Τόσο ο Μπιτλίς όσο και ο Μουμτζού ερευνούσαν πώς ο Ζαλάλ Ταλαμπανί (Jalal Talabani), ένας από τους Κούρδους ηγέτες του βόρειου Ιράκ και πρόεδρος του Ιράκ από το 2008, βρέθηκε κάτοχος 100,000 όπλων που ανήκαν στις τουρκικές ένοπλες δυνάμεις.

Το Μάρτιο, ένα ημερολόγιο που φέρεται να γράφτηκε από τον πρώην διοικητή των ναυτικών δυνάμεων, απόστρατο ναύαρχο Οζντέν Ορνέκ (Özden Örnek), και που αποκαλείται "ημερολόγια του πραξικοπήματος", συμπεριλήφθηκε στο δεύτερο κατηγορητήριο που συνέταξε η δίωξη. Ο Ορνέκ, ο πρώην διοικητής χερσαίων δυνάμεων στρατηγός Αϊτάτς Γιαλμάν (Aytaç Yalman) και ο απόστρατος πρώην διοικητής της αεροπορίας στατηγός Ιμπραΐμ Φιρτινά, κατέθεσαν στις εισαγγελικές αρχές τον Ιανουάριο του 2010. Αυτοί οι στρατηγοί αναφέρονται στα ημερολόγια ότι είχαν επινοήσει τα σχέδια για το στρατιωτικό πραξικόπημα με τον τίτλο "Ayışığı" (Φεγγαρόφως) και "Sarıkız" (Ξανθιά Κοπέλα) μεταξύ του 2001 και 2004 όταν ακόμη υπηρετούσαν στο στρατό.

Σύμφωνα με την τουρκική εφημερίδα Today's Zaman, η Εργκενεκόν συμμετείχε στις δολοφονίες του Ιρανού μεταρρυθμιστή ηγέτη Dariush Forouhar και της γυναίκας του Parvaneh Eskandari Forouhar.

 

Το Σχέδιο Πραξικοπήματος του 2009

Μια από τις πιο επίμονες καταγγελίες είναι ότι η οργάνωση σχεδίαζε να εκτελέσει ένα πραξικόπημα το 2009. Οι υποτιθέμενοι εγκέφαλοι πίσω από αυτό το σχέδιο πραξικοπήματος είναι οι στρατηγοί Κεμάλ Γιαβούζ (Kemal Yavuz) και Τουντζέρ Κιλίντς (Tuncer Kılınç). Ο Γιαβούζ να συντονίζει τα στρατεύματα της Άγκυρας και ο Κιλίντς της Ισταμπούλ. Και οι δύο στρατηγοί συνελήφθησαν τον Ιανουάριο του 2009. Ο συντονισμός υποτίθεται ότι θα γινόταν μέσα σε κοινά κέντρα ελέγχου (τουρκ.: Karargâh evleri). Η τουρκική αστυνομία δήλωσε ότι το μάζεμα ενεργοποιήθηκε, από τις εντολές που έδωσε ο Ιμπραΐμ Σαχίν για τη δολοφονία 12 Αρμενίων ηγετών στο Σίβας.

Οι Ύποπτοι

86 άτομα κατηγορήθηκαν τον Ιούλιο του 2008, εκ των οποίων οι 48 συνελήφθησαν. Ο δημοσιογράφος Claire Berlinksi γράφει "Πολλοί από τους κατηγορούμενους είναι -αν όχι ένοχοι για αυτά που κατηγορούνται- ένοχοι για κάτι... Αν βάλει κανείς όλους τους κατηγορούμενους μαζί σε ένα δωμάτιο, θα σκότωναν ο ένας τον άλλο."

Ο Κουντουσί Οκκίρ (Kuddusi Okkır), που τέθηκε υπό κράτηση με την κατηγορία ότι ήταν ο χρηματοδότης του δικτύου της Εργκενεκόν, πέθανε από καρκίνο λίγες μέρες αφότου αφέθηκε ελεύθερος. Σύμφωνα με τη γυναίκα του, τη Σαμπριγιέ Οκκίρ (Sabriye Okkır),η κατάσταση της υγείας του ήταν σταθερή πριν τη σύλληψή του στις 23 Ιουνίου 2007. Ισχυρίζεται ότι οι αρχές δεν έκαναν τίποτα για να σώσουν τη ζωή του συζύγου της και υπέβαλε καταγγελία στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. Αμέσως μετά από αυτό, το υπουργείο ξεκίνησε μια έρευνα για να καθοριστεί η ακρίβεια των ισχυρισμών αυτών.

Υψηλόβαθμοι στρατηγοί (ο Χουρσίτ Τολόν (Hurşit Tolon) και ο Σενέρ Ερουϊγκούρ (Şener Eruygur)), για τους οποίους ετοιμάζεται ένα ξεχωριστό κατηγορητήριο, δικάζονται για πρώτη φορά σε αστικό δικαστήριο. Ο Τολόν αρνείται οποιαδήποτε σχέση με την οργάνωση και δηλώνει ότι είναι αποδιοπομπαίος τράγος. Ο πρώην στρατιωτικός δικαστής Ουμίτ Καρντάς (Ümit Kardaş), ανέφερε ότι η κράτηση του Τολόν και του Ερουϊγκούρ έγινε με τη συναίνεση της ανώτερης εξουσίας, αντικατοπτρίζοντας την αποδοκιμασία του νεοεθνικισμού (τουρκ.: ulusalcılık).

Σε ένα νέο κύμα συλλήψεων τον Ιανουάριο του 2009 πιάστηκαν 37 ακόμα άτομα, συμπεριλαμβανομένων κάποιων στρατηγών, αφού ζήτησαν τη γνώμη των ανωτέρων τους, οι οποίοι έδωσαν αμέσως άδεια. (Δε ζητήθηκε η γνώμη του Υπουργού Άμυνας Βετζντί Γκιονούλ (Vecdi Gönül)). Ένας από αυτούς, ο Τουντζέρ Κιλίντς, είναι ο πρώην γενικός γραμματέας του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας (ενός πρώην στρατιωτικού οργάνου). Αμέσως πριν τις συλλήψεις, ο Σαμίλ Ταϊγιάρ (Şamil Tayyar), δημοσιογράφος με πολλές γνωριμίες, έκανε την υπόθεση μήπως ο Κιλίντς είναι ο αρχηγός. (Ο Ταϊγιάρ προωθεί συμπτωματικά το καινούριο βιβλίο του για την Εργκενεκόν, Kıt’a Dur.) Δώδεκα από τις συλλήψεις έλαβαν χώρα στο Σίβας, όπου βρέθηκαν επίσης όπλα. Σύμφωνα με τη Ζαμάν, η επιδρομή στο Σίβας είναι συνδεδεμένη με πολυάριθμα σχέδια που αναφέρονται στο κατηγορητήριο. Ο αρχηγός της αστυνομίας Ιμπραΐμ Σαχίν φέρεται να έκανε τηλεφωνήματα προκειμένου να διατάξει την επίθεση. Δύο από τους δώδεκα αφέθηκαν ελεύθεροι την επόμενη μέρα. Ένας χάρτης που υποδείκνυε την τοποθεσία των κρυψώνων των όπλων βρέθηκε στον κρατούμενο Ιμπραΐμ Σαχίν, τον πρώην αρχηγό του Τμήματος Ειδικού Πολέμου (τουρκ.: Özel Harekat Dairesi) της αστυνομίας. Οι ανασκαφές είναι σε εξέλιξη, ενώ έχουν βρεθεί πολυάριθμα όπλα. Αυτό το κύμα ήταν ιδιαίτερα διχαστικό, καθώς περιλάμβανε πολλούς ανώτερους στρατιωτικούς αξιωματούχους. Υπάρχει μια ανησυχία ότι η κίνηση είχε πολιτικά κίνητρα, και ότι θα επηρεάσει την κατεύθυνση της έρευνας.

Οι περισσότεροι ύποπτοι αντιμετωπίζουν τουλάχιστον δέκα χρόνια φυλάκιση. Οι ύποπτοι για ηγετικό ρόλο στην ομάδα, Ντουγού Περιντσέκ, Μεχμέτ Φικρί Καραντάγ (Mehmet Fikri Karadağ), Βελί Κιουτσούκ, Ιλχάν Σελτσούκ και Μουζαφέρ Τεκίν θα θεωρηθούν υπεύθυνοι για εγκληματικές πράξεις που διέπραξαν οι κατώτεροί τους, και θα λάβουν ποινές ισόβιας κάθειρξης.

Πυρομαχικά

Οι δυσφημιστές της έρευνας φέρνουν αντιρρήσεις, ότι η ομάδα δε διαθέτει τα μέσα για να πραγματοποιήσει μεγάλης κλίμακας πολεμικές-μαχητικές δράσεις. Αυτό έχει ως στόχο να αποσαφηνίσει ό,τι είναι γνωστό σχετικά με τα πυρομαχικά που παρουσιάζονται ως αποδεικτικά στοιχεία. Αυτό είναι επίσης σχετικό με τη σύνδεση των πράξεων που υποτίθεται ότι διενεργήθηκαν από την οργάνωση, μιας και υπάρχει ο ισχυρισμός ότι όπλα ίδιου τύπου και αύξοντα αριθμού έχουν βρεθεί σε διάφορες τοποθεσίες. Η συζήτηση έχει επικεντρωθεί ιδιαίτερα στις βόμβες, που μπορούν να προσδιοριστούν η κάθε μία με μοναδικό τρόπο από το είδος ασφάλειας (τουρκ.: fünye grubu) και τον αριθμό παρτίδας (τουρκ.: kafile numarası).

Σύμφωνα με αξιωματικούς της αστυνομίας, το "HGR DM 41" υποδηλώνει γερμανική προέλευση, το SPLITTER χειροβομβίδα διασποράς γαλλικής προέλευσης, το "COMP-B" σημαίνει σύνθεση Β, το "LOS" υποδηλώνει ευρωπαϊκή παραγωγή συμβατή με τα πρότυπα του ΝΑΤΟ, ενώ ο αριθμός μετά το "FMP" υποδηλώνει την παρτίδα.

Ακχισάρ (Akhisar) και Εϊούπ (Eyüp)

Μια από τις δύο βόμβες που ανακτήθηκε στο Ακχισάρ της Μανίσα είχε τον αύξοντα αριθμό HGR DM 41 SPLITTER COMP-B LOS FMP 24. Μια άλλη βόμβα από το Εϊούπ της Ισταμπούλ είχε τον αριθμό HGR DM 41 COMP-B LOS FMR-24.

Ουρλά (Urla), Σμύρνη (İzmir) (1999)

Μία από τις δέκα βόμβες είχε τον αύξοντα αριθμό HGR DM 41 SPLITTER COMP-B LOS FMP 16

Σεμντινλί (Şemdinli) (2005)

Δύο βόμβες που χρησιμοποιήθηκαν στο συμβάν του Σεμντινλί στις 9 Νοεμβρίου 2005 βρέθηκαν να έχουν τον αύξοντα αριθμό HGR DM 41 SPLITTER COMP-B LOS FMP 134.

Τζουμχουριγιέτ (Cumhuriyet) (2006)

Ο Αλπαρσλάν έκανε βομβιστική επίθεση στα γραφεία της εφημερίδας Τζουμχουριγιέτ (Cumhuriyet) το Μάιο του 2006. Οι βόμβες δεν έσκασαν κατά τις δύο πρώτες προσπάθειες• πέτυχε με την τρίτη. Οι 44 βόμβες που ανταποκρίνονταν στα πρότυπα του ΝΑΤΟ και ήταν μοντέλα της Makine ve Kimya Endüstrisi Kurumu (MKE) είχαν τους ακόλουθους αύξοντες αριθμούς:

• TAPA M 204 A 2/KF-MKE-91 12-77 (5 May 2006)

• TAPA M 204 A 2/KF-MKE-173 9-85 (10 May 2006)

• TAPA M 204 A 2/KF-MKE-91 12-77 (11 May 2006)

Το μέρος πριν την κάθετο υποδηλώνει τον τύπο ασφαλείας, ενώ το μέρος μετά προσδιορίζει τον αριθμό της παρτίδας. Για παράδειγμα, ο αριθμός παρτίδας της πρώτης καταχώρισης είναι ''παρτίδα 91, Δεκέμβριος 1977''. Ο στρατός αγόρασε 8800 τέτοιες βόμβες από τη ΜΚΕ το 1978.

Ουμρανιγιέ (Ümraniye), Ισταμπούλ (İstanbul) (12 Ιουνίου 2007)

Οι αύξοντες αριθμοί μερικών από τις 27 βόμβες που βρέθηκαν στο Ουμρανιγιέ ήταν:

• HGR DM 41 SPLITTER COMP-B LOS FMP 16

• HGR DM 41 SPLITTER COMP-B LOS FMP 24

• HGR DM 41 SPLITTER COMP-B LOS FMP 22

• TAPA M 204 A2/KF-MKE-169 5-85

Αυτές οι βόμβες είναι καταχωρημένες στους στρατώνες Χασντάλ (Hasdal) της Ισταμπούλ.

Φικρέτ Εμέκ (Fikret Emek) (26 Ιουνίου 2007)

Το ανακτημένο υλικό περιλάμβανε 11 kg C-3, ένα τηλεσκοπικό τουφέκι, ένα καλάσνικοφ, ένα κυνηγετικό όπλο, κάλυκες M-16, 12 βόμβες (10 από τη ΜΚΕ), βόμβες καπνού, 12 κομμάτια ΤΝΤ 210 gr, 6 κομμάτια ΤΝΤ 500 gr, ένα κομμάτι ΤΝΤ 1.5 kg, ένα εκρηκτικό κατεδάφισης 1 kg, πυρομαχικά ανάφλεξης. Αυτά αρκούν για να ισοπεδώσουν ένα 12όροφο κτίριο από οπλισμένο σκυρόδεμα, με κάθε όροφο πάνω από 400τμ. Οι βόμβες έχουν τον αύξοντα αριθμό TAPA M204 A2/KF-MKE-91 12-77, που ταιριάζει με αυτούς από την επίθεση στην Τζουμχουριγιέτ.

Τραπεζούντα (Trabzon) (13 Δεκεμβρίου 2008)

Με τη βοήθεια μιας πληροφορίας στις 3 Δεκεμβρίου 2008, η αστυνομία της Τραπεζούντας βρήκε εννιά βόμβες με τον ίδιο αριθμό παρτίδας όπως αυτές στο Ουμρανιγιέ. Στο κοντινό Γιομρά (Yomra), η αστυνομία κατάσχεσε ένα όπλο και τις 8 σφαίρες του 7.65 mm, ένα καλάσνικοφ και τρεις γεμιστήρες, συνολικά 420 σφαίρες 7.62 mm για καλάσνικοφ και μια βόμβα. Στην πόλη βρέθηκαν οχτώ βόμβες• επτά κρυμμένες μέσα σε ένα πλυντήριο, και άλλη μία σε ένα φούρνο. Ο κυβερνήτης της Τραπεζούντας Νουρί Οκουτάν (Nuri Okutan) δήλωσε ότι κανένας από τους υπόπτους δεν ήταν δημόσιος υπάλληλος ή μέλος του στρατού. Οι αύξοντες αριθμοί των βομβών της Τραπεζούντας είναι:

• HGR DM 41 SPLITTER COMP-B LOS FMP 143

• HGR DM 41 SPLITTER COMP-B LOS FMP 197

• HGR DM 41 SPLITTER COMP-B LOS FMP 125

Οι βόμβες στο Ουμρανιγιέ βρέθηκαν επίσης ύστερα από μια πληροφορία στην Τραπεζούντα. Ωστόσο, η προηγούμενη πληροφορία είχε δοθεί στη χωροφυλακή και όχι στην αστυνομία.

Μουσταφά Ντονμέζ (Mustafa Dönmez) (7 Ιανουαρίου 2009)

22 βόμβες, πάνω από 100 σφαίρες, 1 καλάσνικοφ, και 4 πιστόλια βρέθηκαν στο εξοχικό του Ντονμέζ στην Σακάρια (Sakarya).

Ιμπραΐμ Σαχίν (İbrahim Şahin) (7 Ιανουαρίου 2009)

Τρία σχέδια και 9 ημιαυτόματα πιστόλια βρέθηκαν στο σπίτι του αρχηγού της αστυνομίας των ειδικών δυνάμεων, Ιμπραΐμ Σαχίν. Τα σχέδια οδήγησαν στην ανασκαφή 8000 σφαιρών (κυρίως για ούζι), 2 ελαφριών αντιαρματικών, 1kg πλαστικών εκρηκτικών, 10 χειροβομβίδων των οποίων ο αύξοντας αριθμός είχε αφαιρεθεί και 10 βομβών καπνού. Τα όπλα είχαν προοριστεί να ταφούν τον Ιούλιο του 2008 (τους μήνες που οι στρατηγοί Ερουϊγκούρ και Τολόν τέθηκαν υπό κράτηση). Φέρονται να είναι διαφορετικά από αυτά που ανατέθηκαν στην υπηρεσία του Σαχίν και χάθηκαν μετά το σκάνδαλο του Σουσουρλούκ.

Αντίλογος

Πολλοί έχουν επικρίνει τον τρόπο με τον οποίο διεξάγεται η έρευνα για την Εργκενεκόν, επικαλούμενοι ιδιαίτερα το μέγεθος του κατηγορητηρίου, υποκλοπές που γίνονται παραβιάζοντας τους νόμους περί ιδιωτικότητας, παράνομη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων, και πολιτικά κίνητρα. Η κάλυψη της έρευνας από τα ΜΜΕ έχει επίσης επικριθεί -για το βομβαρδισμό των αναγνωστών με εικασίες, και αντιπληροφόρηση.

Κάποιοι λένε ότι η έρευνα έχει ως στόχο να καταστείλει την κοσμική αντιπολίτευση του κατεστημένου κόμματος, αναδεικνύοντας τη χρονική σύμπτωση της διάλυσης της υπόθεσης ενάντια στο AKP και της διερεύνησης της Εργκενεκόν. Εκ πρώτης όψεως, η χρονολόγηση των δύο συμβάντων φαίνεται να υποδηλώνει το αντίθετο, μιας και η υπόθεση διάλυσης του AKP ξεκίνησε στις 14 Μαρτίου 2008, ενώ οι βόμβες στο Ουμρανιγιέ, που ξεσκέπασαν το κύκλωμα, ανακαλύφθηκαν εννιά μήνες αργότερα, στις 13 Ιουνίου 2007. Ωστόσο, η Κρατική Υπηρεσία Πληροφοριών (MİT) είχε παρουσιάσει ένα διάγραμμα του κυκλώματος στον πρωθυπουργό Ερντογάν και τον αρχηγό του επιτελείου στρατού το 2003 -πολύ πριν την έρευνα. Επιπλέον, η κυβέρνηση είχε στην κατοχή της τα αρχεία της Ερκενεκόν από το 2001. Ο Μπασκίν Οράν (Baskın Oran) του Πανεπιστημίου της Άγκυρας θεωρεί αυτές τις αντιδράσεις ενδεικτικές της αδυναμίας της αριστεράς να εκτιμήσει με ακρίβεια την κατάσταση, και δηλώνει ότι το κράτος εξαγνίζει τον εαυτό του από αντιδημοκρατικά στοιχεία. Ο Μουράτ Μπελγκέ (Murat Belge) του Πανεπιστημίου Μπιλγκί (Bilgi) της Ισταμπούλ, πιστεύει ότι υπάρχει μια σύνδεση μεταξύ της υπόθεσης διάλυσης του AKP και της έρευνας της Εργκενεκόν. Αναφέρει ότι ο Υπουργός Πολιτισμού και Τουρισμού Ερτουγρούλ Γκιουνάι (Ertuğrul Günay) παραδέχεται το ίδιο. Ο Μπελγκέ βασανίστηκε το 1972 από τον Βελί Κιουτσούκ στην περίφημη Βίλα Ζιβερμπέι• ένα εγχείρημα εκφοβισμού του kontrgerilla.

Ο πρώην πρέσβης των ΗΠΑ στην Τουρκία, ο Μαρκ Πάρις (Mark Parris), δήλωσε ότι ένας από τους πιο σημαντικούς παράγοντες της σημερινής κρίσης στην Τουρκία είναι οι άγνωστες τρίτες δυνάμεις πίσω από τη διερεύνηση της Εργκενεκόν, που μπορεί να ενεργούν εξ ονόματος του πρωθυπουργού, ή που ο πρωθυπουργός μπορεί να τις γνωρίζει ή και όχι. Οι υποτιθέμενες άγνωστες δυνάμεις, που οργανώνονται από την υπηρεσία πληροφοριών της αστυνομίας και κατηγορούνται, φαίνονται ενωμένες ενάντια στο μέτωπο που θέλει να ανατρέψει τον Ερντογάν και αποφασισμένες να το εμποδίσουν.

Τον Αύγουστο 2008, 300 διανοούμενοι από την Τουρκία δήλωσαν την υποστήριξή τους για την έρευνα και κάλεσαν όλα τα πολιτικά και στρατιωτικά όργανα να εμβαθύνουν στην έρευνα προκειμένου να αποκαλυφθούν τα υπόλοιπα άτομα που συνδέονται με την Εργκενεκόν.

Το Σεπτέμβριο του 2008, το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης μπλέχτηκε σε ένα σκάνδαλο διαφθοράς σχετικά με τη φιλανθρωπική οργάνωση "Φάρος" (Deniz Feneri) με έδρα τη Γερμανία. Το Doğan Media Group ιδίως επέκρινε το σκάνδαλο, πράγμα που οδήγησε σε δημόσια διαμάχη μεταξύ του ιδιοκτήτη του, Αϊντίν Ντογάν (Aydın Doğan), και του πρωθυπουργού, Ερντογάν. Ο πρώην επικεφαλής του -τότε- Τμήματος για την Καταπολέμηση της Τρομοκρατίας της MİT, Μεχμέτ Εϊμούρ, χαρακτήρισε την υπόθεση ως αντίποινα από την Εργκενεκόν.Για λόγους ασφαλείας, οι ύποπτοι κρατούνταν στο νεόχτιστο συγκρότημα των φυλακών του Σιλιβρί (Silivri). Επειδή και η δικαστική αίθουσα εντός των εγκαταστάσεων της φυλακής δεν ήταν αρκετά μεγάλη για να φιλοξενήσει τις ακροάσεις της δίκης, η αθλητική αίθουσα της φυλακής μετατράπηκε σε μία μεγάλη αίθουσα δικαστηρίου.

Οι δίκες καθυστέρησαν όταν κάποιοι από τους δικηγόρους των υπόπτων άσκησαν το δικαίωμά τους να τους διαβαστεί το κατηγορητήριο -και οι 2,455 σελίδες. Ο περισσότερος χρόνος μεταξύ της τρίτης ακρόασης στις 27 Οκτωβρίου και της ενδέκατης ακρόασης στις 10 Νοεμβρίου, αφιερώθηκαν στην ανάγνωσή του.

Σε μια ξεχωριστή δίκη, το Δεύτερο Ποινικό Δικαστήριο του Σίσλι (Şişli) κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η οργάνωση δεν υφίσταται, καταδίκασε το συγγραφέα Ζιχνί Τσακίρ (Zihni Çakır) σε 18 μήνες φυλάκιση για "παραβίαση του απορρήτου μιας εν εξελίξει δικαστικής έρευνας" και τον επέπληξε για τη δυσφήμιση των τούρκικων ένοπλων δυνάμεων. Ο δικαστής που έγραψε την ετυμηγορία, ο Χακί Γιαλτσινκαγιά (Hakkı Yalçınkaya), φάνηκε να έχει μια ύποπτη σχέση με τον Κεμάλ Κεριντσίζ, σύμφωνα με μια τηλεφωνική συνομιλία από το Δεκέμβριο του 2007, η οποία καταγράφηκε με χρήση εντάλματος. Ο Γιαλτσινκαγιά ήταν ένας από τους δικαστές στη δίκη του Χραντ Ντινκ• ένα άτομο για το οποίο ο Κεριντσίζ ήταν ιδιαίτερα επικριτικός.

Ο ύποπτος Αλί Γιγίτ, του οποίου ο θείος ήταν ιδιοκτήτης του σπιτιού στο Ουμρανιγιέ, κατέθεσε στη 13η ακρόαση ότι οι βόμβες στο σπίτι ανήκαν στον Οκτάι Γιλντιρίμ.

Στην 23η ακρόαση, οι κατηγορούμενοι Μεχμέτ Ζεκεριγιά Οζτούρκ και Βατάν Μπολουκμπάσογλου (Vatan Bölükbaşoğlu) ρωτήθηκαν σχετικά με το υποτιθέμενο πορνογραφικό υλικό που είχαν στην κατοχή τους. Ο Οζτούρκ δήλωσε ότι ο φορητός υπολογιστής στον οποίο βρέθηκαν οι φωτογραφίες δεν ήταν δικός του. Ο Μπολουκμπάσογλου ισχυρίστηκε ότι οι εικόνες, η κατοχή των οποίων του είχε αποδοθεί, μπορεί να είχαν φυτευτεί από την αστυνομία. Ο Φικρέτ Εμέκ (Fikret Emek), ο οποίος αποχώρησε από τη Διοίκηση Ειδικών Δυνάμεων (τουρκ.: Özel Kuvvetler Komutanlığı) το 2004, ρωτήθηκε σχετικά με τα εκρηκτικά και τα όπλα τα οποία φέρεται να είχε αποσπάσει από το PKK και εμπιστευτεί στη μητέρα του στο Εσκί Σεχίρ (Eskişehir). Ο Εμέκ δήλωσε ότι τα όπλα ήταν στην κατοχή της μητέρας του για δεκαπέντε χρόνια, και δεν ήταν πλέον λειτουργικά. Το TNT υποτίθεται ότι ήταν από το 1950, και οι βόμβες από το 1977-78 και το 1984. Ο δικαστής Κοκσάλ Σενγκιούν ρώτησε τον Εμέκ γιατί δεν παρέδωσε τα όπλα στο στρατό, και ο Εμέκ παραδέχτηκε ότι έκανε λάθος.

Στην 26η ακρόαση, στις 15 Δεκεμβρίου, η δικηγόρος του Βελί Κιουτσούκ, η κόρη του Ζεϊνέπ, επεσήμανε αποκλίσεις μεταξύ δηλώσεων που είχαν αποδοθεί στον πατέρα της και που αναφέρονταν σε διάφορα μέρη του κατηγορητηρίου και των παραρτημάτων του. Η δικηγόρος τόνισε επίσης τις αντιφάσεις στις δηλώσεις του Οσμάν Γιλντιρίμ (Osman Yıldırım) (που καταδικάστηκε για τη βομβιστική επίθεση στη Τζουμχουριγιέτ). Ο Βελί Κιουτσούκ δήλωσε ότι ήταν έξω φρενών που το "κράτος" τον ενοχοποίησε. Τόσο ο πρώην εργαζόμενος στη JİTEM, Αμπντουλκαντίρ Αϊγκάν, όσο και το μέλος της Επιτροπής του Σουσουρλούκ, Φικρί Σαγλάρ, το ερμήνευσαν σαν ένα μήνυμα του Κιουτσούκ προς τους ομότιμούς του στο βαθύ κράτος ("το κατεστημένο"), ότι θα ομολογούσε αν δεν έκαναν κάτι σύντομα για την απελευθέρωσή του.

Δηλώσεις Ταλάτ για τη δράση της Εργκενεκόν στην Κύπρο

Η τρομοκρατική οργάνωση Εργκενεκόν (Ergenekon), μέλη της οποίας δικάζονται σήμερα με την κατηγορία της συνωμοσίας για την ανατροπή της κυβέρνησης, ενεργούσε για ορισμένο διάστημα στο παρελθόν, τόσο στην Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου (ΤΔΒΚ), όσο και στην Τουρκία, σύμφωνα με δηλώσεις του πρώην Τουρκοκύπριου προέδρου Ταλάτ.

Μιλώντας στην Today's Zaman σχετικά με την Εργκενεκόν, ο Μεχμέτ Αλί Ταλάτ (Mehmet Ali Talat) ισχυρίστηκε ότι η σημερινή τουρκοκυπριακή κυβέρνηση υποστήριζε την Εργκενεκόν, και ότι αυτός είναι ο λόγος που η εν εξελίξει έρευνα για τη δράση της οργάνωσης στην Κύπρο δεν έχει κάνει καμία πρόοδο. "Η Κύπρος ήταν μία βάση για τις δραστηριότητές τους. Η ραχοκοκαλιά της οργάνωσης έχει σπάσει, αλλά οι υποστηρικτές τους βρίσκονται τώρα και στην προεδρία και στην πρωθυπουργία."

"Γι αυτόν το λόγο, θεωρούμε ότι είναι φυσικό να μην προχωράει καλά η έρευνα," δήλωσε. Τόνισε, επίσης, ότι μπορεί να έχουν κλαπεί κρυπτογραφημένα γράμματα, γραμμένα από τον απόστρατο Γενικό Διοικητή της Χωροφυλακής στρατηγό Σενέρ Ερουϊγκούρ (Şener Eruygur) -βασικό ύποπτο στη δίκη της Εργκενεκόν- προς τον πρώην πρόεδρο Ραούφ Ντενκτάς (Rauf Denktaş), και αποθηκευμένα στο προεδρικό αρχείο. Θυμόταν ότι ένα γράμμα είχε συμπεριληφθεί από την τουρκική εισαγγελική αρχή στα αποδεικτικά στοιχεία που συγκεντρώθηκαν κατά της οργάνωσης. "Ψάξαμε στο αρχείο ελπίζοντας να βρούμε το γράμμα. Αλλά δεν ήταν εκεί. Ίσως να έχει κλαπεί. Ο Ντενκτάς ισχυρίστηκε ότι το γράμμα βρισκόταν στο προεδρικό αρχείο, και ότι όποιος ήθελε να το δει μπορούσε να πάει να ρίξει μια ματιά," δήλωσε.

Ο Ταλάτ υποστήριξε ότι η Εργκενεκόν ήταν έντονα δραστηριοποιημένη στην Κύπρο, ιδιαίτερα σε ένα χρονικό σημείο στο παρελθόν. Σημείωσε, πως ένα παράδειγμα της εκτεταμένης εμπλοκής της Εργκενεκόν, ήταν η πρόσφατη αποκάλυψη της υποκλοπής μιας τηλεφωνικής του συνομιλίας, με τον πρωθυπουργό της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν (Recep Tayyip Erdoğan). "Το γεγονός ότι δημοσίευσαν τη συνομιλία μας με τον πρωθυπουργό δείχνει την έκταση του πόσο μακριά έχει πάει η συμμορία. Αυτό ήταν στην πραγματικότητα μια απειλή με αποδέκτη τον Ερντογάν. Προσπαθούσαν να στείλουν το μήνυμα "Είμαστε παντού, ελέγχουμε τα πάντα, τα παρακολουθούμε όλα"," πρόσθεσε.

Ο πρώην πρόεδρος υπογράμμισε ότι η Εργκενεκόν δεν ήταν διακριτική στις δραστηριότητές της στην Κύπρο, σημειώνοντας ότι, τόσο το σπίτι του, όσο και τα γραφεία των εφημερίδων που τάσσονταν κατά της σημερινής κυβέρνησης, είχαν γίνει στόχοι βομβιστικών επιθέσεων. Επεσήμανε επίσης ότι οι δυνάμεις ασφαλείας του νησιού δεν έκαναν και πολλά για τα γεγονότα αυτά: "Στη συνέχεια αποκαλύφθηκαν οι δεσμοί μεταξύ αυτών (των μελών των δυνάμεων ασφαλείας) και της Εργκενεκόν. Ήταν πολύ δραστήριοι στην Κύπρο."

Δήλωσε ότι θα συζητήσει το θέμα με το γραφείο του γενικού εισαγγελέα στην Κύπρο, προκειμένω να ζητήσει λεπτομέρειες αναφορικά με οποιεσδήποτε εξελίξεις ενδεχομένως σημειώθηκαν όσον αφορά την έρευνα, παρόλο που δεν έχει υπάρξει μεγάλη πρόοδος από όταν το κόμμα του έχασε την εξουσία.

Ο Ταλάτ επέκρινε το νυν πρόεδρο της ΤΔΒΚ Ντερβίς Έρογλου (Derviş Eroğlu), ο οποίος αρνήθηκε ότι η Εργκενεκόν είχε οποιαδήποτε δραστηριότητα στην Κύπρο. Επεσήμανε: "Έχουμε εμπειρίες από την Εργκενεκόν και είμαστε προσωπικά μάρτυρες των δράσεών της στην Κύπρο. Πολλοί από τους κατηγορούμενους στην Τουρκία διέμεναν στην Κύπρο. Οπότε, αν αυτοί οι άνθρωποι εκτελούσαν δράσεις στην Τουρκία, δε θα έκαναν τίποτα στην Κύπρο, το πιο βολικό μέρος;" Δήλωσε ότι η παρούσα διοίκηση και ο πρόεδρος της ΤΔΒΚ δεν πίστεψαν στην ύπαρξη της Εργκενεκόν, παρά τις ισχυρές ενδείξεις που την επιβεβαιώνουν. Πρόσθεσε ότι η "ψυχή" του Νρενκτάς ήταν συμβατή με την υπόθεση Εργκενεκόν.

"Λένε ότι οι ύποπτοι της υπόθεσης Εργκενεκόν είναι πατριώτες. Αρνούνται να δουν ότι η Εργκενεκόν είναι μια συμμορία. Αυτό είναι επειδή βλέπουν τη δημοκρατία σαν ένα είδος καμουφλάζ για τις δικές τους πράξεις. Αν το καμουφλάζ καλύπτει τις πράξεις σου, έχει καλώς. Αλλά όταν κομμάτια του καμουφλάζ ανοίγουν για να αποκαλύψουν κάποιες από τις δικές σου πράξεις, τότε αντιδρούν. Έτσι βλέπουν τη δημοκρατία. Θα κάνουν τα πάντα για να ανατρέψουν μια κυβέρνηση που δε θέλουν να βλέπουν στην εξουσία. Επειδή βλέπουν τους εαυτούς τους ως τους ιδιοκτήτες και τους φύλακες του κράτους."

Σεπτεμβριανά του '55

Νύχτα 6ης προς 7η Σεπτεμβρίου... Ένας εξαγριωμένος όχλος ξεχύνεται στους ρωμαίικους μαχαλάδες της Κωνσταντινούπολης και ρημάζει. Σπίτια, καταστήματα, εκκλησιές, σχολειά, περιουσίες, ζωές. Χτυπούν καταστηματάρχες και νοικοκυραίους, κατεβάζουν προθήκες, πετούν και τσαλαπατούν εμπορεύματα, πυρπολούν…

Την προηγούμενη, 5 Σεπτεμβρίου του 1955, ένα μασούρι δυναμίτιδας έχει εκραγεί στον κήπο του τουρκικού προξενείου στην Θεσσαλονίκη, το οίκημα που συνδέεται με τον Κεμάλ Ατατούρκ, σπάζοντας μερικά τζάμια και πυροδοτώντας ένα πογκρόμ διώξεων κατά των Ρωμιών, 650 χιλιόμετρα μακριά, καθώς ο τουρκικός Τύπος παρουσιάζει την "καταστροφή στο σπίτι του Κεμάλ" ως ολοκληρωτική.

Η έκρηξη είναι προσχεδιασμένη να λειτουργήσει ως η φωτιά στο φυτίλι, που περιμένει από καιρό την πυροδότησή του. Άλλωστε, η κατοπινή αστυνομική έρευνα αποκαλύπτει ότι ο άνθρωπος, που τοποθέτησε τη δυναμίτιδα στον κήπο του προξενείου είναι ο κλητήρας του, ο Χασάν Μεχμέτογλου και έδρασε κατόπιν εντολής του Τούρκου φοιτητή, Οκτάι Εγκίν, του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Αποδεικνύεται, δε, ότι το σχέδιο γνωρίζουν πολύ καλά οι προξενικές αρχές της Τουρκίας στη Θεσσαλονίκη.

Είναι, βλέπεις, η εποχή, που το Κυπριακό κλυδωνίζει επικίνδυνα τις σχέσεις Ελλάδας - Τουρκίας και η Άγκυρα στη διπλωματική της αναμέτρηση με την Αθήνα, αποφασίζει να χρησιμοποιήσει ως διαπραγματευτικό μέσο τούς ελληνορθόδοξους της Πόλης, έχοντας φροντίσει προηγουμένως να παθιάσει τον τουρκικό λαό ενάντια στην "αυτοδιάθεση" της Κύπρου και ως εκ τούτου στην ένωση του πληθυσμού της -στην πλειονότητα ελληνοκυπριακού- με την Ελλάδα. Λίγες μέρες πριν (29 Αυγούστου), είχε ξεκινήσει στο Λονδίνο, με πρωτοβουλία των Βρετανών, η Τριμερής (Ηνωμένο Βασίλειο-Τουρκία-Ελλάδα) Διάσκεψη επί της αυτοδιάθεσης της Κύπρου, μιας και η Ελλάδα είχε προσφύγει για το θέμα στον ΟΗΕ. Οι Βρετανοί ακολουθούν την πατροπαράδοτη διαιρετική πολιτική τους, αφήνουν τη διαρροή πληροφοριών ότι Ελληνοκύπριοι σχεδιάζουν σφαγές σε βάρος Τουρκοκυπρίων, δήλωση την οποία κάνει δημοσίως ο ίδιος ο Τούρκος πρωθυπουργός, και βάζουν την Τουρκία να συγκρουσθεί με την Ελλάδα. Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών, Φ. Ζορλού, προβαίνοντας στην επιθετική δήλωση "δεν βλέπω λόγο να συνεχίσουμε τη Διάσκεψη μια που η Ελλάδα επιμένει στην ακατανόητη αυτοδιάθεση", τα … βροντάει και φεύγει και ο Έλληνας ομόλογός του, Στ. Στεφανόπουλος, επιστρέφει απογοητευμένος στην Αθήνα.

Στην Τουρκία ένα καζάνι μπαίνει στη φωτιά... Η Άγκυρα έχει εμπλακεί για τα καλά στην υπόθεση "αυτοδιάθεση" και παρακρατικοί μαζί με ανθρώπους του πρωθυπουργού Μεντερές υποδαυλίζουν την οργή του λαού. Πολιτικές συγκεντρώσεις με κεντρικά συνθήματα "εδώ είναι Τουρκία και μιλάμε τουρκικά" και "ένωση της Κύπρου με την Τουρκία", συζητήσεις σε υψηλούς τόνους και διενέξεις Τούρκων και Ρωμιών σε χώρους συγκεντρώσεως, καφενεία, μαγέρικα, ακόμη και πανεπιστήμια, κάνουν το καζάνι να βράζει…

Ώσπου, το απόγευμα της 6ης Σεπτεμβρίου, με πρόσχημα την "αυθόρμητη λαϊκή έκρηξη" και με αφορμή τη βόμβα στο τουρκικό προξενείο της Θεσσαλονίκης, περί τους 50.000 Τούρκοι πολίτες, εφοδιασμένοι με καδρόνια, αξίνες, λοστούς και πέτρες, ξεκινούν από την πλατεία Ταξίμ, τρέχουν με πάθος και χυμούν με μένος σε βάρος κάθε τι ρωμαίικου στην Πόλη. Κοντά δέκα ώρες αφανίζουν βιος και ζωές σε Πέρα, Φανάρι, Ταταύλα και από την οργή τους δεν γλυτώνουν Αρμένιοι και Εβραίοι.

Το πρωί της 7ης Σεπτεμβρίου βρίσκει τον συγγραφέα Ίαν Φλέμινγκ, πράκτορα της μυστικής υπηρεσίας της Βρετανίας, ΜΙ6, ή αλλιώς "Ιντέλιτζενς Σέρβις", να περιδιαβάζει στα χαλάσματα του Πέρα, κρατώντας σημειώσεις για την αναφορά του στην υπηρεσία…

Ο, δε, απολογισμός της ανθρώπινης λαίλαπας είναι τραγικός: Τριάντα νεκροί, εκατοντάδες τραυματίες, 200 επισήμως βιασθείσες και βιασθέντες και επιπλέον κατεστραμμένα 4.384 καταστήματα και εργαστήρια, 1.004 σπίτια, 110 εστιατόρια και ζαχαροπλαστεία, 21 εργοστάσια, 11 κλινικές, 12 ξενοδοχεία, 27 φαρμακεία, 71 εκκλησιές, 26 σχολεία, δύο νεκροταφεία, οι πατριαρχικοί τάφοι στη Μονή Βαλουκλή, διάφορα κοινοτικά κέντρα, ρωμαίικες λέσχες και άλλα.

Η νύχτα των Σεπτεμβριανών του ΄55-τα Σεπτεμβριανά στην Κωνσταντινούπολη, χαρακτηρίσθηκε ως "η αρχή του τέλους" για τον ελληνισμό της πόλης και κατέλαβε τη δική της σελίδα στην ιστορία της επί δεκαετίες διωκόμενης Ρωμιοσύνης από τα χώματα της απέναντι όχθης του Αιγαίου.

Ετικέτες: