Μουσουλμανικά τεμένη και τεκκέδες στη Θράκη

α) Η ιστορία και η αρχιτεκτονική των μουσουλμανικών μνημείων στη Θράκη.

Η πλούσια πολιτιστική ιστορία των μέσων χρόνων και των σύγχρονων χρόνων πολλών πόλεων της βόρειας Ελλάδας, και τα συχνά επιβλητικά αρχιτεκτονικά μνημεία αυτής της περιόδου, που επέζησαν των πολέμων και καταστροφών του αιώνα μας, παραμένουν ακόμα στο μεγαλύτερο μέρος τους άγνωστα. Αυτή η περίοδος συμπίπτει σχεδόν εξολοκλήρου με αυτή της οθωμανικής κυριαρχίας των Βαλκανίων και εν προκειμένω της Θράκης. Η περιοχή, που οριοθετήθηκε από τις χιονώδεις κορυφές της Ροδόπης και τα γαλάζια ύδατα του Αιγαίου πελάγους, αποτέλεσε το παλαιότερο μέρος της οθωμανικής Ευρώπης και παρέμεινε υπό την κυριαρχία των Οθωμανών από το τρίτο τέταρτο του 14ου αιώνα μέχρι το 1912.

Η σπουδαία γεωοικονομική, πολιτική και στρατηγική θέση της Θράκης κατέστησε και τις πόλεις αυτής σημαντικά κέντρα της οθωμα-νικής αυτοκρατορίας επί ευρωπαϊκού εδάφους. Δεν είναι τυχαίο πως το Διδυμότειχο αποτέλεσε την πρώτη πρωτεύουσα του οθωμανικού κράτους επί ευρωπαϊκού εδάφους από το 1361, που επιτεύχθηκε η ολοσχερής κατάληψή του, μέχρι το 1365, οπότε η Αδριανούπολη μετονομάζεται σε Εδίρνε (Edirne) και μεταφέρεται εκεί η νέα πρωτεύουσα. Επίσης, η Κομοτηνή υπήρξε εκείνη την εποχή πολυπληθής -για επαρχιακή πόλη για τα δεδομένα της εποχής- και μεγάλο κέντρο εμπορικών συναλλαγών ακριβώς στην καρδιά της Θράκης. Στο σημερινό Νομό Ξάνθης πρωτα-γωνιστικό ρόλο δεν είχε η ομώνυμη πόλη, δηλαδή η Ξάνθη ή Ξάνθεια όπως λεγόταν κατά τη βυζαντινή εποχή, αλλά το İskeçe Yenice Karasu Kasabası (Genissea), δηλαδή η σημερινή Γενισέα του Νομού Ξάνθης.

Οι Οθωμανοί, όπως έκαναν σε όλη την επικράτειά τους, για να ικανοποιούν τις θρησκευτικές, κοινωνικές, εμπορικές και αισθητικές ανάγκες των ανθρώπων, έχτισαν μεγάλο αριθμό μνημείων και στην Ελλάδα. Ο πρόσφατος Ekrem Hakki Ayverdi, ερευνώντας τα διάφορα έγγραφα και τα αρχεία αλλά και κατόπιν επιτόπιας έρευνας, καθορίζει το συνολικό αριθμό των οθωμανικών οικοδομημάτων στην Ελλάδα ως 3.771, εκ των οποίων 2.336 μουσουλμανικά τεμένη και μεστζίτια (mescids) και 307 τεκκέδες (μονές) . Από αυτά τα μνημεία, τα οποία μπορεί να ήταν περισσότερα από όσα υπολόγισε και κατέγραψε ο E. H. Ayverdi, μόνο μερικές εκατοντάδες επιβιώνουν μέχρι τις μέρες μας. Το σεισμογενές ελληνικό υπέδαφος και οι ποικίλες ακούσιες και εκούσιες καταστροφές (πυρκαγιές, πόλεμοι, βομβαρδισμοί κλπ) συντέλεσαν στη συρρίκνωση των έργων-κληροδοτημάτων αυτών, που ήταν και είναι μάρτυρες της οθωμανικής κουλτούρας και του οθωμανικού πολιτισμού στον ελλαδικό χώρο.

Αν ανατρέξουμε στο πρώιμο ισλάμ θα διαπιστώσουμε πως διέθετε μια μοναδική αφομοιωτική δύναμη, η οποία του επέτρεπε να συσσω-ματώνει άλλες μορφές τέχνης και διαφορετικές πολιτιστικές παραδόσεις, διαμορφώνοντας έτσι τη δική του αισθητική. Οι τοξωτές κατασκευές και η θολοδομία, που είχαν πραγματοποιηθεί στην Περσία και τον ελληνο-ρωμαϊκό κόσμο, η πέτρα, η πλίνθος, το ξύλο και τα δοκιμασμένα δομικά υλικά που χρησιμοποιούνταν από την Ισπανία ως τον Ευφράτη, αφομοιώ-θηκαν με μεγάλη και συχνά δημιουργική ευκολία. Εξάλλου οι μουσουλ-μάνοι δεν κατέστρεφαν, αλλά οικειοποιούνταν τα προϊσλαμικά μνημεία που κατακτούσαν. Γύρω στον 8ο αιώνα το ισλάμ διέθετε πλέον τα ιδεολο-γικά μέσα ώστε να διαμορφώσει τη δική του άποψη, ισορροπώντας ανά-μεσα στο εχθρικό Βυζάντιο και την υποταγμένη Περσία. Ακόμα και η αφαιρετική άποψη, που απαγορεύει κάθε αναπαράσταση, δεν απορρέει από το Κοράνιο -εφόσον δεν υπάρχει καμία σχετική νύξη- αλλά από την εμπειρία της εικονομαχίας στις ανατολικές επαρχίες της Βυζαντινής Αυτο-κρατορίας, αλλά και στην επιθυμία προς διαφοροποίηση .

Το νέο αρχιτεκτονικό είδος που δημιουργείται για να καλύψει τις θρησκευτικές και λατρευτικές ανάγκες της μουσουλμανικής κοινότητας λέγεται «τζαμί» από την αραβική λέξη «μάστζιντ» («masjid») και αποτελεί μετεξέλιξη του οίκου του Προφήτη Μωάμεθ στη Μεδίνα. Εν αρχή, λοιπόν, ένας μεγάλος, ανοιχτός, ορθογώνιος χώρος που περιστοίχιζε στέγαστρο μετά κιονοστοιχίας και στοιχειώδη ξύλινη περίφραξη. Η κατοικία του Προφήτη, που πέθανε στις 8 Ιουνίου 632 μ.Χ. (11ο έτος Εγίρας), ήταν απλή πλινθοδομή με μια υπαίθρια αυλή και αρκετά πρωστόα (υπόστυλα στέγαστρα) κατά μήκος των βόρειων και νότιων τοίχων. Εκεί (νότια), στην πλευρά της Κίμπλα («Qibla») θα τοποθετηθεί εξ αρχής, ως απαραί-τητος λειτουργικά, ο άμβων-Μινμπέρ («Minbār») και η ιερή εσοχή στον τοίχο της Κίμπλα, το Μιχράμπ («Mihrāb»)˙ ο υπόλοιπος χώρος παράλ-ληλα προς τα ανωτέρω είναι ο τελετουργικός τόπος («μακσούρα»), όπου οι πιστοί που προσεύχονται λαμβάνουν στάση-θέση προς την Κάαμπα της Μέκκας, συμβολίζοντας έτσι την ορατή ενότητα μεταξύ τους . Έκτοτε, σε κάθε τέμενος υπάρχουν το μινμπέρ (εικ. 1,2), το μιχράμπ (εικ. 3) και αργότερα προστέθηκε και το κιουρσού-βήμα (εικ. 4).

Η μουσουλμανική κοινότητα δεν ενδιαφερόταν για την αισθητική των κτηρίων, γι’ αυτό και, απ’ όσο γνωρίζουμε, τα πρώτα τζαμιά δεν διέθεταν διάκοσμο. Όταν, όμως, στη βασιλεία ανέβηκε ο χαλίφης της Δαμασκού Αμπντ αλ-Μάλικ (685-705), ο οποίος ανήκε στην πρώτη ισλα- μική δυναστεία που ανέλαβε την εξουσία, γνωστοί ως Ομαγιάδες λόγω της καταγωγής τους από την φυλετική ομάδα της Μέκκας ονόματι Ουμαγιά, εγκαινίασε το 692 την τάση της ανεγέρσεως λαμπρών κτηρίων και δη τεμενών, τάση που ακολουθήθηκε και από τις επόμενες δυνα-στείες αφήνοντας η καθεμία το στίγμα της .

Η αρχιτεκτονική που επηρέασε ειδικά το ύφος των τεμενών της Θράκης ήταν η οθωμανική, της λεγόμενης «κλασικής» περιόδου (1450-1680 περίπου), καθώς μετά την πτώση των Σελτζούκων στις αρχές του 14ου αιώνα, οι Οθωμανοί ήταν το τουρκικό φύλο και η δυναστεία που ξεχώρισε και επικράτησε ως τον 19ο αιώνα, οπότε και αρχίζει να δια-λύεται. Σημείο ακμής τους ο 16ος αιώνας και ο Σουλεϊμάν ο Νομοθέτης (Κανουνί), ο αποκαλούμενος και Μεγαλοπρεπής, καθώς και ο αρχι-τέκτονας Σινάν του ιδίου αιώνα, ο οποίος θεωρείται δημιουργός του οθωμανικού κλασικού αρχιτεκτονικού στιλ. Επί Οθωμανών, το παραδο-σιακό τζαμί, ενσωματώνοντας την πείρα του παρελθόντος, την αισθητική του Βυζαντίου, τα μνημειακά περιβάλλοντα των Μαμελούκων και τα ιερά κτίσματα του πρώιμου Ισλάμ, εξελίσσεται σ’ ένα πολυσύνθετο, από πλευράς λειτουργιών, οικοδόμημα, αλλά και αναμφισβήτητο κέντρο κάθε θρησκευτικής, πολιτικοκοινωνικής, αλλά και οικονομικής δράσης της κοινότητας. Περιλαμβάνει μαυσωλεία, νεκροταφεία, μεντρεσέδες, τεκκέδες, φιλανθρωπικά ιδρύματα, νοσοκομεία, πτωχοκομεία («ιμαρέτ»), ακόμη και εμπορικά κέντρα («τσαρσιά»). Ολόκληρο αυτό το συγκρότημα ονομάζεται «κυλιγιέ» («külliye») και συμβολίζει τη δομή ενός ολόκλη-ρου κόσμου: υλικού και πνευματικού .

Κέντρο και κορυφή του τζαμιού είναι ο τρούλος, που το σκέπει, και έπειτα συχνά οι τρουλίσκοι με τα πολλά ημιθόλια, τα οποία γειώνουν, θα λέγαμε, τον ουρανό με τα θεμέλια του εδάφους δημιουργώντας ένα αρμονικό όλον (εικ. 5,6). Οι Οθωμανοί, όπως και οι Βυζαντινοί, χρειά-ζονται έναν τρούλο σαν ουρανό που διηγείται «δόξαν Θεού». Έτσι, υποκαθιστούν την υπόστυλη κεντρική αίθουσα με τρουλαία, παντ-ρεύοντας το τετράγωνο με τον κύκλο. Ο κύκλος συμβολίζει το συνεχές, την αιωνιότητα, ενώ το τετράγωνο τις τέσσερις γωνίες του σύμπαντος . Στα μνημειακά κτήρια που έφεραν θόλο, συνήθως κάλυπταν τους θόλους με φύλλα μολυβιού και αργότερα -μετά τον 15ο αιώνα- με κεραμίδια . Τέλος, ο μιναρές είναι ο πλησίον του τεμένους λεπτός, ψηλός και κυλινδροειδής πύργος με έναν ή περισσότερους εξώστες και με το πάνω μέρος καλυμμένο με κώνο. Έχει ύψος 20-30 μ. περίπου και μέσω της εσωτερικής σκάλας που διαθέτει ανεβαίνει την ώρα της προσευχής ο ψάλτης για να προσκαλέσει τους πιστούς για προσευχή. Πλέον, βέβαια, η πρόσκληση για προσευχή γίνεται από το εσωτερικό του τεμένους με μεγάφωνα και όχι από τον εξώστη.

Γενικά, μπορούμε να σημειώσουμε πως την οθωμανική αρχιτε-κτονική ως εδώ διακρίνουν ρεαλισμός, αίσθηση του περιττού και μνη-μειακότητα. Με την πάροδο, όμως, του χρόνου και τον εξευρωπαϊσμό της τοπικής παράδοσης επηρεάστηκαν τα τεμένη, τα οποία τότε πρωτο-χτίζονταν στη Θράκη, με αποτέλεσμα η παλαιά διακοσμητικότητα των ισλαμικών ιερών χώρων να ενισχύεται τώρα με μια καινούρια, πιο αφη-γηματική και τεχνήεσσα αντίληψη. Επίσης, η θρησκευτική αρχιτεκτονική του ισλάμ επηρεάστηκε βαθύτατα από την παρέμβαση της επανάστασης του Μουσταφά Κεμάλ, του λεγόμενου «Ατατούρκ», με το ψήφισμα της 20ης Απριλίου 1924 που επιχείρησε να αλλάξει νοοτροπία και συμπε-ριφορές αιώνων. Έτσι, δημιουργήθηκε και μια τομή ανάμεσα στους μουσουλμάνους τουρκικής καταγωγής που ζούσαν εντός των ορίων του κεμαλικού κράτους και σ’ εκείνους που βάσει των συνθηκών παρέμειναν στη λοιπή Βαλκανική .

Όσον αφορά συγκεκριμένα τη Θράκη ως τις μέρες μας, αρκετά από τα μουσουλμανικά μνημεία που υπήρχαν συνεχίζουν να υφίστανται με κάποιες φυσικά απώλειες, οι οποίες εξισορροπούνται με τον οργασμό της ανοικοδόμησης νέων τεμενών και στους τρεις Νομούς της Δυτικής Θράκης (Ξάνθη-Ροδόπη-Έβρο), αλλά και με τις ανακαινίσεις όσων ήδη υπάρχουν. Αυτοί που εκλείπουν είναι οι τεκκέδες και οι υπαίθριοι τάφοι· όσοι από τους πρώτους έχουν διασωθεί έχουν πλέον ανακαινιστεί, ενώ από τους τάφους σώζονται αρκετοί, διάσπαρτοι σε ολόκληρη τη Θράκη μέχρι τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα.

Η μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης, συντηρώντας αρραγή της θρησκευτική της παράδοση από τον 14ο αιώνα που πρωτοεγκαταστάθηκε, ασκεί τα λατρευτικά της καθήκοντα σε τεμένη, που σε γενικές γραμμές χαρακτηρίζονται από μορφολογική απλότητα, εξωτερική ευταξία και πλούτο στην εσωτερική διακόσμηση (εικ. 7,8). Πρόκειται για κτίσματα που έχουν υποστεί αρκετές μετασκευές, προεκτάσεις και επιδιορθώσεις κατά τη διάρκεια της ζωής τους, αλλά διατήρησαν τα βασικά τους χαρακτηριστικά αναλλοίωτα, ώστε να υπηρετούν πιστότερα τη θρησκευτική τους απο-στολή. Βασική πρόθεση των, κατά κανόνα, άγνωστων κατασκευαστών είναι, ακολουθώντας το τρέχον αρχιτεκτονικό ύφος -κλασικίζον, εκλεκτι-κιστικό, οριεντάλ-, να επιτύχουν απλόχωρες κεντρικές αίθουσες, ώστε να διευκολύνονται οι πιστοί ως προς τη συλλογική άσκηση των θρησκευτικών τους καθηκόντων.

Τα τεμένη συνοδεύονται από έναν, χαμηλό ως επί το πλείστον, μιναρέ (εικ. 9,10,11), που είτε ενσωματώνεται στο κυρίως κτίσμα, είτε τοποθετείται ελεύθερος δίπλα σ’ αυτό, σαν τα κωδωνοστάσια των Χρι-στιανών. Τα τζαμιά της Θράκης φέρουν συνηθέστερα δίρριχτες στέγες και σπανιότερα τρούλους και οι πλευρικοί τοίχοι δύο επάλληλες σειρές αψιδωτών παραθύρων. Τα συναντούμενα διακοσμητικά μοτίβα, είτε στην επιφάνεια του μιναρέ, είτε στο εσωτερικό του κυρίως ναού, αποτελούν μεταφορές στερεοτύπων που πρωτοεμφανίστηκαν στην Προύσα ή στη Γρανάδα και έκτοτε επαναλαμβάνονται αποδεικνύοντας την εσωτερική ενότητα του Ισλάμ. Κατ’ ουσίαν, όπως προαναφέραμε, έχουμε την επανά-ληψη του πρώτου αρχετυπικού οίκου του Προφήτη στη Μεδίνα.

Οι μιναρέδες της Θράκης είναι πέτρινοι, στρογγυλοί ή οκταγωνικοί, όπως οκταγωνικό ήταν το Τέμενος του Βράχου στην Ιερουσαλήμ (692), δανειζόμενο το σχήμα του χριστιανικού μαρτυρίου. Η δε είσοδος των τζαμιών είναι καμαροσκέπαστη και δημιουργεί μικρό προστώο για να αφήνουν τα υποδήματά τους οι πιστοί. Τρουλαία τεμένη απαντώνται ελάχιστα, όπως για παράδειγμα στη Κομοτηνή (Εσκί και Γενί Τζαμί), στο υπό κατασκευή νέο τέμενος στους Αμαξάδες, στο ανακαινισμένο εκ θεμελίων τέμενος στη Μελέτη του Νομού Ροδόπης, στα υπό κατασκευή τζαμιά στη Ρύμη και στη Σμύνθη του Νομού Ξάνθης κ.α.. Τα τζαμιά της Θράκης βρίσκονται εντός ενός ιστορικού άξονα που ορίζουν η Κωνσταντινούπολη (Istanbul), η Αδριανούπολη (Edirne), η Θεσσαλονίκη (Selanik), αλλά και η Προύσα (Bursa), σημαντικό πρώτο κέντρο της σελ-τζουκικής αρχιτεκτονικής, καθώς η είσοδος των Σελτζούκων Τούρκων στο ιστορικό προσκήνιο μετακυλίει το κέντρο βάρους ολόκληρου του Ισλάμ στη Μικρά Ασία. Επίσης, σημαντικό κίνητρο για νέα «δοξαστικά» τεμένη υπήρξε το ιστορικό γεγονός της μεταφορά του Χαλιφάτου από το Κάιρο στην οθωμανική πρωτεύουσα .

Τα θρησκευτικά κτήρια στη Θράκη μπορούν να χωριστούν σε τρία είδη: στα ιστορικά τζαμιά, τα οποία είναι ευάριθμα και αριθμούν αιώνες ζωής, όπως το τέμενος του Βαγιαζήτ Α΄ στο Διδυμότειχο ή το Γενί Τζαμί στην Κομοτηνή ˙ τα νεότερα τζαμιά που χτίστηκαν χωρίς υπερβολικές αρχιτεκτονικές αξιώσεις ανάμεσα στον 19ο και 20ο αιώνα (π.χ. το τζαμί του Μεγάλου Δέρειου του 1973)˙ και οι μπεκτασικοί τεκκέδες (π.χ. ο τεκκές της Ρούσσας), οι οποίοι υπακούουν σ’ ένα διαφορετικό αρχιτεκτονικό ιδίωμα και σε μία άλλη λειτουργική διαδικασία. Πάντως και στις δύο αυτές τελευταίες κατηγορίες ο τρόπος δόμησης, λαϊκός ως επί το πλείστον, παραμένει κοινός. Τα τζαμιά αυτά πάλι, ως τόποι λατρείας, ήδη από τον 15ο αιώνα, βρίσκονταν σε μιαν ιδιότυπη αντιπαλότητα προς τους τεκκέδες των «ετερόδοξων» Μπεκτασήδων, οι οποίοι ήταν, και εν πολλοίς είναι ακόμη, άκρως δημοφιλής στη Θράκη. Και συμβαίνει το εξής παράδοξο: τα τεμένη, καρπός της «ορθόδοξης» σουννιτικής υπεροχής, να διατηρούνται ανέπαφα, ενώ οι τεκκέδες των Μπεκτασήδων-Κιζιλμπάσηδων (ή και Καλεντερήδων, Χουρουφήδων κ.ά.) να παραμένουν ακατάγραφοι, ερειπωμένοι και αμελέτητοι. Ήδη τον 17ο αιώνα η ανέγερση τεμενών στη Θράκη, αλλά και ο αντίστοιχος περιορισμός ή αυστηρός έλεγχος των «αιρετικών» τάσεων και των μυστικιστικών τελετών, που ενσωματώνουν μιαν ιδιότυπη χριστιανομουσουλμανική «κοινή», διευρύνονται και επιβάλ-λονται αντίστοιχα .

Αντιλαμβάνεται, λοιπόν, κανείς πως η Θράκη, όντας η τρίτη σε ιερότητα περιοχή των Οθωμανών μαζί με το Ικόνιο, την Προύσα και την Κωνσταντινούπολη, δικαιωματικά κατέχει το πρωτείο σε ανέγερση και σταθερή λειτουργία τζαμιών από τον 14ο αιώνα μέχρι τις μέρες μας και μπορεί τα κτίσματα αυτά να υφίστανται αλλοιώσεις ή τροποποιήσεις προϊόντος του χρόνου -ακόμη και βαρβαρικούς «εκσυγχρονισμούς»-, δεν χάνουν, όμως, ως τόπος λατρείας του θείου, τη διαχρονική καλλιτεχνική και θρησκευτική τους αξία.

Η προσπάθειά μας να καταγράψουμε με όλο το ιστορικό πλαίσιο και να φωτογραφίσουμε τα μουσουλμανικά τεμένη και τους τεκκέδες της Θράκης δεν ήταν εύκολο εγχείρημα. Και μολονότι ξεπεράστηκαν, κατά το δυνατόν και στο μεγαλύτερο μέρος, οι δυσκολίες του δύσβατου, σε πολλές περιπτώσεις, οδικού δικτύου και ο εντοπισμός χωριών που δεν περιλαμ-βάνονταν ούτε στους πιο σύγχρονους χάρτες, ωστόσο η μεγαλύτερη δυσκολία και το λυπηρό της όλης προσπάθειας ήταν η αδιαφορία, η απρο-θυμία για συνεργασία και παροχή αρχειακού υλικού ή έστω πληροφοριών, αλλά και η καχυποψία, σε μερικές περιπτώσεις, ορισμένων μουσουλ-μανικών φορέων. Αντιθέτως, συγκινητικό και αξιοθαύμαστο ήταν το ενδιαφέρον και η εξυπηρέτηση των απλών μουσουλμάνων πιστών, καθώς και κάποιων μεμονωμένων περιπτώσεων θρησκευτικών λειτουργών (ιμάμηδων) σε τοπικό επίπεδο, τους οποίους οφείλουμε να ευχαριστή-σουμε.

Ενδεχομένως να υπάρχουν κάποιες ελλείψεις, οι οποίες οφείλονται σε λανθασμένη πληροφόρηση από πρόσωπα και χάρτες, καθώς και από την αδυναμία πρόσβασης σε επίσημα αρχειακά έγγραφα και πηγές. Επίσης, κάποια ορεινά και δύσβατα χωριά του Νομού Ροδόπης (Πολύαρνο, Ταγγαίο, Τάλης του Δήμου Ιάσμου και Σήμα, Τρίκορφο, Άσκυλο, Κάβος, Πόα, Μελίταινα, Κρυστάλλη, Κερασιά του Δήμου Σώστου) έχουν εγκατα-λειφθεί από τους κατοίκους τους και τα τζαμιά τους έχουν σχεδόν καταρ-ρεύσει, τα οποία σε παλαιότερη καταγραφή λειτουργούσαν ως τόπος προσευχής . Επιπλέον, παρόλο που δεν συγκαταλέγονται στα μπεκτασικά χωριά, στο Νομό Ξάνθης τα χωριά Στήριγμα, Σιρόκο, Κουτσομίτης, Τρίγωνο και στο Νομό Έβρου το χωριό Σιάπκα, δεν διαθέτουν τζαμί. Εντύ-πωση, ακόμη, μας προξένησε το γεγονός ότι τα μεστζίτια (μικρά τζαμιά χωρίς μιναρέ) δεν τα υπολογίζουν ως κανονικά τεμένη (όσα διαθέτουν μιναρέ), γι’ αυτό και δεν τα ανέφεραν.

Επιπλέον, στους Νομούς Ροδόπης και Έβρου στα χωριά όπου ο μου-σουλμανικός πληθυσμός ανήκει στο τάγμα των Μπεκτασήδων συνήθως δεν υπάρχουν τζαμιά, καθώς η εκδήλωση της θρησκευτικής τους λατρείας λαμβάνει χώρα στους τεκκέδες ή σε υπαίθριους χώρους (π.χ. Άνω Καμπή και τοποθεσία Χίλια της Κοινότητας Κέχρου του Νομού Ροδόπης). Στη Ροδόπη τέτοια είναι τα χωριά Άνω και Κάτω Καμπή, Χαμηλό, Τσούκα, Βούρλα, Χλόη, Κάμπος και Μυρτίσκη (τα τέσσερα τελευταία διαθέτουν και τζαμί). Στο Έβρο Μπεκτασικά είναι τα χωριά Ουράνια, Μεσημέρι, Μικράκι, Σπανό, Χαλδινή, Γέρικο, αλλά υπάρχουν κάποιοι και στη Ρούσσα, το Γονικό, στο Μεγάλο και στο Μικρό Δέρειο.

Με την ολοκλήρωση της επιτόπιας έρευνάς μας καταγράψαμε στη Δυτική Θράκη 235 συνολικά τεμένη (τζαμιά και μεστζίτια), μερικά εκ των οποίων εγκαταλελειμμένα και υπό κατάρρευση. Από αυτά τα σουννιτικά κέντρα λατρείας και προσευχής, τα 83 βρίσκονται στο Νομό Ξάνθης, τα 131 στο Νομό Ροδόπης και τα 21 στο Νομό Έβρου.

Τα τεμένη αυτά βρίσκονται σήμερα, τα περισσότερα, σε λειτουργία καλύπτοντας τις ανάγκες της μουσουλμανικής μειονότητας στην περιοχή και καλλιεργώντας μια λατρευτική παράδοση που έρχεται από πολύ παλιά. Τόσο εξωτερικά όσο και εσωτερικά, με τη διακόσμηση, τα ξυλόγλυπτα ή μαρμάρινα μινμπέρ, τους γεωμετρικούς τάπητες, τα πλακίδια στο μιχράμπ, τα πολυκάντηλα ή τους πολυελαίους, αναπαράγουν, έστω και σε μικρο-κλίμακα, τα βασικά αρχιτεκτονικά και θρησκευτικά χαρακτηριστικά των μεγάλων προτύπων τους. Τα εν λειτουργία τζαμιά, τα περισσότερα τουλά-χιστον, ασφαλώς ανάγονται σε νεότερες εποχές ή είναι εντελώς σύγχρονα και δεν διεκδικούν δάφνες για κάποια μορφολογική πρωτοτυπία. Διακρί-νονται, όμως, συνολικά για την κομψότητα, την καθαρότητα και την λειτουργικότητά τους και αναπαράγουν grosso modo την αισθητική του μεγάλου τεμένους του Διδυμοτείχου ή του Εσκί Τζαμιού της Κομοτηνής. Τέλος, οι ραδινοί μιναρέδες τους δίνουν στο οριζόντιο τοπίο της Θράκης τις καθέτους που χρειάζεται. Έτσι τα τζαμιά γίνονται αρχιτεκτονικά σύμβολα των περιοχών που ορίζουν και σήμα κατατεθέν μιας συγκεκρι-μένης κουλτούρας και μιας συγκεκριμένης κοινωνίας .

Την περίοδο, όμως, της οθωμανικής επέκτασης στη Θράκη και λόγω των στρατιωτικών μετακινήσεων, από πολύ νωρίς βρέθηκαν στην περιοχή και οπαδοί του τάγματος των Μπεκτασήδων, οι οποίοι με την ανεκτικότητα και τη φιλαλληλία τους έγιναν συμπαθείς -έως ταυτίσεως- με τους χριστιανικούς πληθυσμούς και, παράλληλα, με την ορμητική τους θρησκευτικότητα, βοήθησαν την εξισλαμιστική πολιτική των πρώτων Οθωμανών Σουλτάνων, των διαδόχων του Οσμάν (1299-1324). Έτσι οι Μπεκτασήδες αρχικά χρησιμοποιούνται για προπαγανδιστικούς σκοπούς από την οθωμανική ηγεσία και στη συνέχεια, όταν το νέο καθεστώς παγιώνεται, υφίστανται διωγμούς και εκτελέσεις ως αιρετικοί. Η διδασκαλία και το παράδειγμα των Μπεκτασήδων δερβίσηδων είναι, ακόμη και σήμερα, δημοφιλές στη Θράκη, ενώ οι τεκκέδες - τουρμπέδες (ταφικοί ναοί) και τα μαρτύρια των αγιοποιημένων τους σεΐχηδων λατρεύονται σταθερά και με τους αρχαίους τρόπους της παράδοσης από τους μυημένους πιστούς. Είναι, επίσης, εντυπωσιακό, ότι ο Μπεκτα-σισμός στη Θράκη συμπίπτει με τη διάδοση του Ησυχαστικού κινήματος , με αποτέλεσμα οι δύο αυτές «πρακτικές» αγιότητας να έχουν κάποια κοινά σημεία, αλλά και να ασκούν έλξη σε ετερόδοξους πληθυσμούς, ως τα όρια μιας αληθινής θρησκευτικής επιγαμίας. Για παράδειγμα, στους θρύλους των Μπεκτασήδων η Φατιμά ταυτίζεται με την Παναγία και ο Προφήτης Ηλίας με τον Αλή .

Ο κύριος σκοπός για τον οποίο ιδρύθηκαν οι τεκκέδες στη Θράκη ήταν να συμβάλουν στην πνευματική ανάταση των ανθρώπων που προσέφευγαν σ’ αυτούς, αλλά ταυτόχρονα και στη διόρθωση κοινωνικών ατασθαλιών, οι οποίες συχνά έπαιρναν επικίνδυνες διαστάσεις για το κοινωνικό σύνολο. Με την πάροδο του χρόνου οι επιδιώξεις των τεκκέδων μετατοπίστηκαν και προς άλλες κατευθύνσεις και σε πολλές περιπτώσεις τέθηκαν στην υπηρεσία του κράτους με κύρια αποστολή την προσφορά στρατιωτικών ή κοινωνικών υπηρεσιών. Έτσι παρατηρείται το φαινόμενο, τόσο κατά την προοθωμανική εποχή, όσο και κυρίως κατά την πρώιμη οθωμανική περίοδο (13ος-15ος αιώνας), οι τεκκέδες να χρησι-μεύουν ως φυλάκια ή κέντρα ανεφοδιασμού των στρατιωτικών μονάδων (ribat), ως μορφωτικά κέντρα, ως ψυχιατρεία και ιδιαίτερα ως κέντρα προπαγάνδας για την προώθηση της ισλαμικής εθνικιστικής ιδέας και πολιτικής .

Η Θράκη υπήρξε κατεξοχήν τόπος ίδρυσης τεκκέδων. Οι βασικοί λόγοι μπορούν να συνοψισθούν στους εξής: α) ότι στην περιοχή αυτή παρέμειναν από τη βυζαντινή εποχή πολλά μοναστήρια και η κοινοβιακή ζωή γενικά αποτέλεσε παράδειγμα προς μίμηση για τους Μπεκτασήδες ˙ β) η γεωγραφική θέση της Θράκης διευκόλυνε τις παραπέρα οθωμανικές κατακτήσεις στη Βαλκανική και οι τεκκέδες χρησίμευαν ως κέντρα ανεφοδιασμού των οθωμανικών στρατευμάτων ˙ και γ) η ορεινή Θράκη δεν προσφερόταν για τους αστούς, όπως ήταν οι σουννίτες, γιατί οι σκληρές συνθήκες ζωής απαιτούσαν σκληραγωγημένους ανθρώπους, όπως ήταν οι ορεσίβιοι Μπεκτασήδες. Παράλληλα, οι τεκκέδες προσέφεραν πολύτιμες υπηρεσίες για τον εποικισμό των ορεινών περιοχών και συντέλεσαν στην ίδρυση μουσουλμανικών κοινοτήτων στο χώρο της Θράκης .

Οι σουλτάνοι θέλοντας να επωφεληθούν από τα πλεονεκτήματα αυτά, όχι μόνο επέτρεψαν την ίδρυση τεκκέδων στη Θράκη, αλλά τις περισσότερες φορές οι ίδιοι πρωτοστάτησαν στην ανοικοδόμηση και την επάνδρωσή τους με δραστήρια στελέχη. Επομένως, η ίδρυση των πρώτων τεκκέδων στο χώρο αυτό θα πρέπει να τοποθετηθεί στη χρονική περίοδο που ακολούθησε ύστερα από την οθωμανική κατάκτηση. Από αυτούς οι περισσότεροι έχουν καταστραφεί κατά την περίοδο της βασιλείας του σουλτάνου Μαχμούτ Β΄ (1808-1839). Με φιρμάνι που εξέδωσε το 1826 διέταξε την κατάργηση του Σώματος των Γενιτσάρων και ταυτόχρονα και την κατάργηση του μπεκτασικού τάγματος, δημεύοντας τα περιου-σιακά του στοιχεία και κατεδαφίζοντας ολοσχερώς πολλούς τεκκέδες. Το 1840, βέβαια, ο σουλτάνος Αμπντούλ Μετζίτ Α΄ (1839-1861) επέτρεψε την επαναλειτουργία των μπεκτασικών τεκκέδων, ωστόσο ο απόηχος της καταστρεπτικής για τους Μπεκτασήδες αποφάσεως του σουλτάνου Μαχμούτ Β΄ σε συνδυασμό με την οικονομική εξαθλίωση που τους συνόδευε, ανέστειλαν κάθε προσπάθεια για την ανοικοδόμηση περί-λαμπρων τεκκέδων. Ωστόσο, οι τεκκέδες που επαναλειτούργησαν μετά το 1840 διέτρεξαν τον κίνδυνο του αφανισμού εξαιτίας της στάσεως των σουννιτών μουσουλμάνων, οι οποίοι για πολλά χρόνια επεδίωκαν την αφομοίωση των Μπεκτασήδων και Κιζιλμπάσηδων της Θράκης . Το οριστικό κλείσιμο των τεκκέδων πραγματοποιήθηκε επί Κεμάλ Ατατούρκ με τον υπ’ αριθμ. 677 νόμο της 25ης Οκτωβρίου 1925 «Περί απαγορεύσεως της λειτουργίας των τεκκέδων και ζαβιγιέδων και περί της καταργήσεως του αξιώματος εκείνων που είναι υπεύθυνοι για τη λειτουργία των νεκρικών παρεκκλησιών (türbe-darlık) και άλλων συναφών αξιωμάτων» , όπως αναφέραμε στο οικείο για τους Μπεκτα-σήδες κεφάλαιο της μελέτης μας.

372.Çam, Yunanistan’daki Türk eserleri…, σ. 5.

373.Στεφανίδης, Τα τεμένη της Θράκης…, σ. 50.

374.Μπλουμ-Μπλερ, Ισλαμικές τέχνες, σ. 24 και σσ. 33-35, Πατσαμάν, Σταγόνες από το Ισλάμ, σσ. 44-

47, Στεφανίδης, Τα τεμένη της Θράκης…, σ. 50.

375 . Μπλουμ-Μπλερ, Ισλαμικές τέχνες, σσ. 24-25, Στεφανίδης, Τα τεμένη της Θράκης…, σσ. 50-51.

376 . Στεφανίδης, Τα τεμένη της Θράκης…, σσ. 61 και 64, Faroqhi, Κουλτούρα και καθημερινή ζωή…,

σσ. 165 και 169.

377 . Στεφανίδης, Τα τεμένη της Θράκης…, σσ. 64 και 68.

378 . Faroqhi, Κουλτούρα και καθημερινή ζωή…, σ. 167.

379 . Στεφανίδης, Τα τεμένη της Θράκης…, σσ. 75-77.

380 . Στεφανίδης, Τα τεμένη της Θράκης…, σσ. 83 και 86.

381 . Στεφανίδης, Τα τεμένη της Θράκης…, σσ. 97-98.

382 . Ανδρεάδης, Η μουσουλμανική…, σ. 6, Σολταρίδης, Η ιστορία των Μουφτειών…, σσ. 119-128.

383 . Στεφανίδης, Τα τεμένη της Θράκης…, σ. 99.

384 . Αγγελόπουλος, Τα ιδεολογικά ρεύματα…, σσ. 57-58.

385 . Στεφανίδης, Τα τεμένη της Θράκης…, σ. 86.

386 . Αγγελόπουλος, Τα ιδεολογικά ρεύματα…, σ. 60.

387. Ζεγκίνης, Ο Μπεκτασισμός στη Δ. Θράκη…, σσ. 176-177, Αγγελόπουλος, Τα ιδεολογικά

ρεύματα…, σσ. 60-61.

388 . Ζεγκίνης, Ο Μπεκτασισμός στη Δ. Θράκη…, σσ. 177-178.

389 . Ζεγκίνης, Γενίτσαροι και Μπεκτασισμός…, σσ. 332-348.

Δημήτριος Κουτρούλας

Ετικέτες: