Ένα βήμα πριν από τη τελική επικράτηση οι νεοοθωμανοί

Ελληνικά

ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ ΛΥΓΕΡΟΥ

Το κυβερνών Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης αναμένεται να συγκεντρώσει ένα ποσοστό που ενδέχεται να υπερβεί και το 45%, με το κεμαλικό Λαϊκό Ρεπουμπλικανικό Κόμμα να κινείται γύρω στο 30% και το ακροδεξιό Κόμμα Εθνικιστικής Δράσης να κινείται οριακά πάνω από το εκλογικό όριο του 10%. Από την είσοδο αυτού του κόμματος στη Βουλή θα εξαρτηθεί εάν το νεοοθωμανικό κόμμα του Ταγίπ Ερντογάν θα συγκεντρώσει τα 2/3 των εδρών, που του είναι απαραίτητα για να ψηφίσει νέο σύνταγμα.

Η βέβαιη εκλογική νίκη των νεοοθωμανών δεν είναι μια οποιαδήποτε εκλογική νίκη. θα είναι η τρίτη συνεχής νίκη του και ουσιαστικά θα παγιώσει τη διαδικασία μεταπολίτευσης στην Τουρκία, που με δειλά βήματα άρχισε το 2002. Υπενθυμίζουμε ότι τότε, λό­γω της οξύτατης οικονομικής κρίσης, το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης όχι μόνο κέρδισε τις εκλογές με 34%, αλλά και είχε ευρύτατη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, επειδή τα τρία από τα τέσσερα καθεστωτικά κόμματα εξουσίας έμειναν εκτός Βουλής.

Όταν το 2002 οι νεοοθωμανοί σχημάτισαν κυβέρνηση προσπάθησαν με πολύ προσεκτικές κινήσεις να αποδυναμώσουν τον πολιτικό ρόλο του Γενικού Επιτελείου, χρησιμοποιώντας σαν εμβρυουλκό και την ευρωπαϊκή προοπτική. Το 2007, όταν έληξε η θητεία του κεμαλικού προέδρου της Δημοκρατίας, επήλθε ανοιχτή σύγκρουση. Το κυβερνών κόμμα διέθετε την αναγκαία κοινοβουλευτική πλειοψηφία για να εκλέξει δικό του πρόεδρο.

Το Γενικό Επιτελείο, όμως, προσπάθησε να αποτρέψει αυτή την εξέλιξη, απειλώντας δημοσίως με παρέμβαση. Παραλλήλως, το «βαθύ κράτος» διοργάνωσε ογκώδη συλλαλητήρια, έστησε προβοκάτσιες (εκρήξεις βομβών κ.λπ.) για να καλλιεργήσει κλίμα ανασφάλειας και προέβη σε δυναστικό πραξικόπημα. Το Συνταγματικό Δραστήριο αποφάσισε ότι για να εκλέξει πρόεδρο Δημοκρατίας η Εθνοσυνέλευση έπρεπε να έχει απαρτία δύο τρίτων!

Η απάντηση του Ταγίπ Ερντογάν ήταν η προκήρυξη εκλογών τον Ιούλιο του 2007 και η δρομολόγηση των διαδικασιών για την αναθεώρηση του συντάγματος. Το δικαστικό πραξικόπημα και οι προβοκάτσιες εκτόξευσαν το ποσοστό του κυβερνώντος κόμματος από το 34% του 2002 στο σχεδόν 47% το 2007. Τελικώς, πρόεδρος Δημοκρατίας εξελέγη ο Αμπντουλάχ Γκιουλ. Ας σημειωθεί ότι η κυβέρνηση Ερντογάν προκήρυξε και κέρδισε το δημοψήφισμα του 2007, με το οποίο κατέστη δυνατή η εκλογή προέδρου Δημοκρατίας από τον λαό.

Σε μια νέα απόπειρα να σταματήσει την προέλαση των νεοοθωμανών του Ταγίπ Ερντογάν, η κεμαλική στρατογραφειοκρατία αντεπετέθη τον Μάρτιο του 2008 μέσω του γενικού εισαγγελέα Αμπντουραχμάν Γιαλτοίνκαγια. Ο εν λόγω ζήτησε από το Συνταγματικό Δραστήριο να απαγορεύσει την λειτουργία του κυβερνώντος κόμματος και την πολιτική δράση 71 στελεχών του, μεταξύ αυτών του προέδρου της Δημοκρατίας και του πρωθυπουργού! Τελικώς, το Συνταγματικό Δραστήριο επέβαλε μόνο χρηματική ποινή, επειδή παρά μία ψήφο δεν συγκεντρώθηκε η πλειοψηφία των δύο τρίτων του δικαστηρίου για να τεθεί εκτός νόμου το κυβερνών κόμμα!

Υπόθεση Εργκένεκον

Ο πόλεμος χαρακωμάτων του κυβερνώντος κόμματος με τη στρατογραφειοκρατία προσέλαβε διαστάσεις σύγκρουσης μέχρι τελικής πτώσεως. Εκατοντάδες επίλεκτα στελέχη του κεμαλικού κατεστημένου, μεταξύ των οποίων και δεκάδες ανώτατοι αξιωματικοί, παραπέμφθηκαν και δικάζονται ως μέλη της παρακρατικής οργάνωσης Εργκένεκον για σχεδιασμό πραξικοπήματος και ανάμειξη στις περίπου 17.000 δολοφονίες με άγνωστους δράστες το διάστημα 1995 – 2003. Είναι αξιοσημείωτο ότι πολλοί από τους κατηγορούμενους έχουν θέσει υποψηφιότητα με την ελπίδα ότι θα εκλεγούν και θα αποφυλακιστούν. Τρεις εξ’ αυτών μάλιστα βρίσκονται σε εκλόγιμες θέσεις στις λίστες των δύο μεγαλυτέρων κομμάτων της αντιπολίτευσης.

Η νεοθωμανική κυβέρνηση εκμεταλλεύτηκε τις υπαρκτές συνομωσίες των στρατηγών για να εξουδετερώσει όχι μόνο τους εμπλεκόμενους αλλά και πολιτικούς αντιπάλους του που δεν είχαν συμμετοχή στα σχέδια πραξικοπήματος στις βρώμικες δραστηριότητες. Όλα δείχνουν ότι στο όνομα του ξηλώματος του κεμαλικού «βαθέως κράτους» το κυβερνών κόμμα οικοδομεί το δικό του «βαθύ κράτος». Τοποθετεί συστηματικά σε όλες τις καίριες θέσεις, ειδικά στους ευαίσθητους μηχανισμούς, δικά του στελέχη τα οποία αναπαράγουν με άλλο ιδεολογικοπολιτικό πρόσημο ένα ουσιαστικά αντιδημοκρατικό καθεστώς. Η τροπή που έχουν πάρει οι εξελίξεις αναμφισβήτητα ευνοεί τον Ταγίπ Ερντογάν. Το Γενικό Επιτελείο έχει πολιτικά αποδυναμωθεί. Η ασυλία που απολάμβανε μέχρι τώρα από τα ΜΜΕ έχει καταλυθεί. Οι στρατηγοί συνειδητοποιούν ότι η εξουσία τους ξηλώνεται και οι ίδιοι χάνουν έδαφος συνεχώς. Από την άλλη πλευρά, το κλίμα δεν ευνοεί ένα πραξικόπημα. Γι’ αυτό και σύσσωμο το κεμαλικό κατεστημένο έδωσε μάχη επιβίωσης, για να απορριφθούν στο δημοψήφισμα του 2010 οι αλλαγές του συντάγματος. Μία μάχη που για μία ακόμα φορά έχασε. Όπως λίγο νωρίτερα το Γενικό Επιτελείο είχε εν μέρει χάσει το δικαίωμα να καθορίζει το ίδιο τις προαγωγές στις Ένοπλες Δυνάμεις και κατ’ αυτό τον τρόπο να αποφεύγει τον πολιτικό έλεγχο από την εκλεγμένη κυβέρνηση.

Ο Ταγίπ Ερντογάν δίνει την προεκλογική μάχη με όπλο το όραμα του για την Τουρκία του 2023, όταν θα γιορτάζεται η 100ή επέτειος από την ίδρυση του σύγχρονου τουρκικού κράτους. Μεταξύ των άλλων, εξήγγειλε και την κατασκευή ενός γιγαντιαίου ισθμού, με σκοπό τα πετρελαιοφόρα και τα εμπορικά πλοία να παρακάμπτουν τον βαρυφορτωμένο Βόσπορο.

Απειλή μποϊκοτάζ

Μέχρι στιγμής, η προεκλογική αντιπαράθεση κινείται σε σχετικά ήπιους τόνους. Μόνη εξαίρεση ήταν η απαγόρευση σε 12 βουλευτές του κουρδικού κόμματος, μεταξύ αυτών και της γνωστής Λεϊλά Ζάνα. Τελικώς, το εκλογοδικείο επέτρεψε την υποψηφιότητα οκτώ εξ αυτών, αλλά η απαγόρευση προκάλεσε εκτεταμένα επεισόδια στις κουρδικές περιοχές, αλλά και στην Κωνσταντινούπολη. Το κουρδικό κόμμα, μάλιστα, απείλησε να μποϊκοτάρει τις εκλογές, όπως είχε μποϊκοτάρει το δημοψήφισμα του 2010.

Ας σημειωθεί ότι ο διχασμός της τουρκικής κοινωνίας σε νεοοθωμανούς και κεμαλιστές αναβαθμίζει την εκλογική βαρύτητα του κουρδικού στοιχείου. Το ΡΚΚ και το νόμιμο κουρδικό κόμμα ανησυχούν για την πολιτικό-εκλογική διείσδυση του κυβερνώντος Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης στις κουρδικές περιοχές.

Οι νεοοθωμανοί επιχειρούν με πολλούς τρόπους να διεισδύσουν στον κουρδικό πληθυσμό. Αρχικά χαλάρωσαν την καταπίεση και τους περιορισμούς, που για δεκαετίες ασκεί στη Νοτιανατολική Τουρκία το «βαθύ κράτος». Στη συνέχεια πραγματοποίησαν ορισμένα ανοίγματα προς το κουρδικό στοιχείο, αναγνωρίζοντας του κυρίως πολιτιστικά δικαιώματα. Ο αρχηγός του κουρδικού κόμματος Σελαχατίν Ντεμιρτάς, όμως, έχει από την εποχή του δημοψηφίσματος θέσει τους κουρδικούς όρους: θα υποστηρίξουν την κυβέρνηση Ερντογάν μόνο εάν αποδεχθεί «την κουλτούρα, την ταυτότητα, τη γλώσσα και την ελευθερία του κουρδικού λαού».

Τώρα, οι νεοοθωμανοί έχουν εντείνει τις προσπάθειες τους, χρησιμοποιώντας σαν όχημα το Ισλάμ και την αποδοχή που αυτό έχει στην παραδοσιακή κουρδική κοινωνία. Το κόμμα του Ταγίπ Ερντογάν έχει θέ­σει υπό τον απόλυτο έλεγχο του την πανίσχυρη κρατική υπηρεσία θρησκευτικών υποθέσεων, την οποία και χρησιμοποιεί σαν μοχλό. Προς την ίδια κατεύθυνση εργάζεται και το επίσης πανίσχυρο θρησκευτικό-πολιτισμικό τάγμα του Φετουλάχ Γκιουλέν, το οποίο διαθέτει τεράστια περιουσία και διευθύνει ένα τεράστιο δίκτυο σχολείων και πολιτιστικών κέντρων στην Τουρκία και στο εξωτερικό.

Σε μια προσπάθεια να αυξήσει την εκλογική επιρροή του στο κουρδικό στοιχείο, ο Ταγίπ Ερντογάν δεν δίστασε να επισκεφθεί και το Αρμπίλ, την έδρα του κουρδικού κρατιδίου στο Βόρειο Ιράκ. Η συμπρόεδρος του κουρδικού κόμματος στην Τουρκία, Γκιουλτέν Κισανάκ, υπενθύμισε στον Τούρκο πρωθυπουργό ότι «το κουρδικό πρόβλημα θα λυθεί στην Άγκυρα, στο Ντιγιαρμπακίρ και στο Βαν… Ας μην ξεχνάει ο πρωθυπουργός ότι οι Κούρδοι του Αρμπίλ δεν ψηφίζουν στην Τουρκία». Το κουρδικό κόμμα, εμμέσως πλην σαφώς, ασκεί πίεση στην κυβέρνηση Ερντογάν να εισέλθει σε έναν έστω και έμμεσο διάλογο με τον φυλακισμένο Αμπντουλάχ Οτσαλάν.

ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΠΕΝΔΥΤΗ

Booking.com