Συνέντευξη του Δρούτσα, στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ

κα Α. Πελώνη: Δεδομένης της τουρκικής παραβατικότητας στο Αιγαίο θεωρείτε το timing κατάλληλο για επανέναρξη του ελληνοτουρκικού διαλόγου;

κ. Δ. Δρούτσας: Η αυξημένη επιθετικότητα της Τουρκίας μας ενοχλεί ιδιαιτέρως και το έχουμε πει καθαρά στους τούρκους συνομιλητές μας. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να ξεκινήσουμε την προσπάθειά μας. Αντιθέτως, επιβάλλεται η επίσπευση των δικών μας κινήσεων. Δεν μπορούμε να παρακολουθούμε παθητικά. Πρέπει να αξιοποιούμε υπάρχουσες και να δημιουργούμε νέες ευκαιρίες, να παίρνουμε πρωτοβουλίες. Να δημιουργούμε εμείς την συγκυρία. Έχουμε στόχους και μέθοδο. Ξεκινάμε μια καινούργια προσπάθεια χωρίς να προεξοφλούμε το αποτέλεσμα. Είμαστε καλά προετοιμασμένοι, προσεκτικοί και ξέρουμε τι θέλουμε. Έχουμε και τις απαραίτητες εμπειρίες από την παρόμοια προσπάθεια στο παρελθόν. Μία προσπάθεια με θετικά αποτελέσματα. Υπηρετούμε το συμφέρον της χώρας, προστατεύουμε τα δικαιώματά της και δε φοβόμαστε το διάλογο, στο πλαίσιο όμως που θέτουμε εμείς. Και τα κυριαρχικά μας δικαιώματα σε καμία περίπτωση δεν μπαίνουν στο τραπέζι.

 

κα Α. Πελώνη: Γιατί δε δημοσιοποιήθηκε το πλήρες κείμενο της επιστολής Παπανδρέου. Υπάρχει στο κείμενο η λέξη «υφαλοκρηπίδα»;

 

κ. Δ. Δρούτσας: Είναι θέμα στοιχειώδους σοβαρότητας να χειρίζεται κανείς με το σεβασμό που αρμόζει την αλληλογραφία του Έλληνα Πρωθυπουργού. Δεν κάνουμε εξωτερική πολιτική για τις εντυπώσεις. Η διαφάνεια ωστόσο στην εξωτερική πολιτική είναι για μένα θέμα αρχής. Είχαμε δεσμευθεί να ενημερώσουμε για το περιεχόμενο της επιστολής του Πρωθυπουργού και το κάναμε. Και είμαι στην διάθεση όλων των πολιτικών κομμάτων για περαιτέρω ενημέρωση, αλλά και ανταλλαγή απόψεων. Θεωρώ όμως άστοχο να κατηγορείται η κυβέρνηση, οποιαδήποτε ελληνική κυβέρνηση, ότι ενεργεί αντίθετα προς τα συμφέροντα της χώρας και μάλιστα εν κρυπτώ. Πρέπει να απαλλαγούμε από αυτή τη νοοτροπία, να πάψουμε να σπαταλάμε δυνάμεις σκιαμαχώντας στο εσωτερικό και να κοιτάξουμε μπροστά. Όσο για τη λέξη «υφαλοκρηπίδα», προφανώς περιλαμβάνεται στην επιστολή.

 

κα Α. Πελώνη: Πιστεύετε ότι ο Αχμέτ Νταβούτογλου είναι άνθρωπος με τον οποίο μπορεί να γυρίσει σελίδα στα ελληνοτουρκικά; Προσπαθεί να περάσει τη νέο-οθωμανική αντίληψη στο συνομιλητή;

 

κ. Δ. Δρούτσας: Ο Αχμέτ Νταβούτογλου είναι ένας άνθρωπος με δομημένη σκέψη, φαντασία και συγκεκριμένους στόχους. Και υπηρετεί τα συμφέροντα της χώρας του. Όπως ο καθένας μας υπηρετεί τα συμφέροντα της χώρας του, με τον καλύτερο τρόπο. Σε τελική ανάλυση όμως, η βελτίωση των σχέσεων με την Ελλάδα είναι προς το συμφέρον της Τουρκίας. Και περιλαμβάνεται στους διακηρυγμένους στόχους της Άγκυρας. Θα έχουμε συχνές επαφές και πιστεύω ότι θα αναπτύξουμε μια σχέση συνεργασίας και όχι ανταγωνισμού, παρά τα γνωστά στερεότυπα. Μπορούμε να ξεπεράσουμε τη λογική του μηδενικού αποτελέσματος στις ελληνοτουρκικές σχέσεις και να μπούμε σε μια νέα εποχή προσέγγισης. Έχουμε, νομίζω, και οι δυο την ειλικρινή βούληση και οφείλουμε να προσπαθήσουμε.

 

κα Α. Πελώνη: Σας προβληματίζει το γεγονός ότι ο Αντώνης Σαμαράς σας κατηγόρησε για διολίσθηση σε διμερή διάλογο με την Τουρκία; Σημαίνει το τέλος της συναίνεσης στα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής;

 

κ. Δ. Δρούτσας: Με προβληματίζει το γεγονός ότι ο κ. Σαμαράς φαίνεται να ακολουθεί την συνταγή του προκατόχου του στην εξωτερική πολιτική. Μια συνταγή αποχής, αδράνειας και στην καλύτερη περίπτωση «αυτόματου πιλότου», με την ελπίδα ότι τα προβλήματα θα εξαφανιστούν από μόνα τους. Και το σύνδρομο της «μικρής και φοβισμένης» Ελλάδας. Αυτή η εποχή τελείωσε. Η σημερινή κυβέρνηση ξέρει που θέλει να πάει τη χώρα. Πιστεύουμε στη συναίνεση και θα την επιδιώξουμε – με ειλικρινή προσπάθεια. Αλλά θα αφήσουμε τα βαρίδια του παρελθόντος εκεί όπου ανήκουν. Ήρθε η ώρα η χώρα μας να αναλάβει ξανά τη θέση που της αξίζει. Και ελπίζω ειλικρινά η ηγεσία της αξιωματικής αντιπολίτευσης, αλλά και όλα τα πολιτικά κόμματα, να μην υποκύψουν στον πειρασμό της εύκολης κριτικής στα εθνικά θέματα. Ο αγώνας που δίνουμε είναι για το καλό της πατρίδας μας και σ’ αυτόν τον αγώνα όλες οι δυνάμεις είναι απαραίτητες.

 

Οι αναγνώστες ρωτούν:

 

Ερώτηση: Η νέα κυβέρνηση έχει δεχθεί κριτική για ατλαντισμό. Ποια είναι η στρατηγική στις ελληνοαμερικανικές σχέσεις; Ευελπιστείτε ότι με το ταξίδι σας θα κλείσει το θέμα των θεωρήσεων;

 

κ. Δ. Δρούτσας: Και στις ελληνοαμερικανικές σχέσεις περάσαμε περίοδο στασιμότητας. Οι χώρες μας απομακρύνθηκαν και μάλιστα χωρίς κάποιο συγκεκριμένο σκεπτικό. Η σχέση με μια μεγάλη δύναμη δεν είναι απαραίτητο να εξελίσσεται με τον «μικρό» σε θέση αδυναμίας ή άμυνας. Με αυτή την πρώτη επίσκεψη επιδιώκουμε να βάλουμε τις βάσεις για μια νέα περίοδο συνεργασίας, ισότιμης και αμοιβαία επωφελούς σχέσης, όπου αυτή μπορεί να υπάρξει. Βασική προϋπόθεση είναι ο ανοικτός και ειλικρινής διάλογος. Οι ΗΠΑ παραμένουν σημαντικός παράγοντας στην περιοχή και θέλουμε να έχουν σαφή εικόνα των θέσεων, των προσπαθειών και των πρωτοβουλιών μας. Στο θέμα των θεωρήσεων, απομένει η κίνηση των ΗΠΑ και η ολοκλήρωση των δικών τους, εσωτερικών διαδικασιών. Από μας δεν υπάρχει κάποια εκκρεμότητα ούτε μας έχει ζητηθεί κάτι επιπλέον. Είναι κάτι που έπρεπε να έχει γίνει εδώ και πολύ καιρό. Και από ό,τι μας λένε, το ίδιο πιστεύουν και οι συνομιλητές μας στις ΗΠΑ.

 

Ερώτηση: Τι ρόλο έχει αναλάβει το ΥΠΕΞ σχετικά με το σχέδιο «Καλλικράτης» στην ευαίσθητη περιοχή της Θράκης, καθώς σημαντικές περιοχές θα περάσουν διοικητικά σε μουσουλμάνους δημάρχους ;

 

κ. Δ. Δρούτσας: Το σχέδιο «Καλλικράτης» είναι μια ριζική μεταρρύθμιση για τον διοικητικό χάρτη της χώρας. Θα απελευθερώσει τις δυνάμεις της τοπικής αυτοδιοίκησης που σήμερα παραμένουν δέσμιες ενός γραφειοκρατικού διοικητικού συστήματος. Είναι μια τεράστια πρωτοβουλία της Κυβέρνησης και συγκεκριμένα του Υπουργείου Εσωτερικών. Αλλά πρέπει να πάψουμε να αντιμετωπίζουμε τη Θράκη ως «αρμοδιότητα» του Υπουργείου Εξωτερικών. Η Θράκη είναι μια ζωντανή, ανοικτή κοινωνία, ένα ευρωπαϊκό παράδειγμα αρμονικής συμβίωσης Ελλήνων πολιτών, χριστιανών και μουσουλμάνων. Μακάρι κι οι άλλες χώρες της περιοχής να ακολουθούσαν αυτό το παράδειγμα και να σταματούσαν να αντιμετωπίζουν τα μέλη των δικών τους μειονοτήτων ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας.