Τουρκία: Βαθύ Κράτος,Γκλάντιο, Κontrgerilla, Σουσουρλούκ, Εργκένεκον -1

Κontrgerilla (Κοντρ-γκερίλα) είναι το όνομα που δόθηκε στα μέλη του τουρκικού σκέλους της Επιχείρησης Γκλάντιο (Gladio). Πρόκειται για μια παράνομη αντικομουνιστική πρωτοβολία ατόμων που έμεναν σε μια περιοχή προκειμένου να δράσουν σε περίπτωση κατάληψής της από εχθρικές δυνάμεις (stay-behind), υποστηριζόμενη από τις Ηνωμένες Πολιτείες ως έκφραση του Δόγματος Τρούμαν. Ο ιδρυτικός σκοπός της επιχείρησης ήταν να στηθεί μια αντάρτικη δύναμη ικανή να πατάξει μια ενδυνάμει Ρωσική εισβολή. Ο στόχος σύντομα μεγάλωσε και συμπεριέλαβε την υπονόμευση του κομμουνισμού στην Τουρκία.

Το Κontrgerilla (κάτι σαν άντι-αντάρτικο) λειτούργησε αρχικά μέσω της Υπηρεσίας Επιθεώρησης και Επιστράτευσης (τουρκ.: Seferberlik Taktik Kurulu, ή STK) των Τουρκικών Ένοπλων Δυνάμεων. Το 1967, το STK μετονομάστηκε σε Τμήμα Ειδικού Πολέμου (τουρκ.: Özel Harp Dairesi, ÖHD). Το 1994, το ÖHD έγινε η Διοίκηση Ειδικών Δυνάμεων (τουρκ.: Özel Kuvvetler Komutanlığı, ÖKK).

Στην Τουρκία κυριαρχεί μια δημοφιλής πεποίθηση ότι οι kontrgerilla είναι υπεύθυνοι για πολλές ανεξιχνίαστες πράξεις βίας, και ότι άσκησαν μεγάλη επιρροή στην ιστορία της χώρας κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, κυρίως για την πρόκληση των στρατιωτικών πραξικοπημάτων του 1971 και του 1980.

Ο στρατός δέχεται ότι το ÖKK είναι επιφορτισμένο με την υπονόμευση μιας πιθανής εισβολής, αν και αρνείται ότι η μονάδα είναι το "Κontrgerilla" του Γκλάντιο (Gladio), δηλ., ότι ενεπλάκη στις ''Μαύρες Επιχειρήσεις'' (Black Operations). Μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης, οι Κontrgerilla χρησιμοποιήθηκαν για την καταπολέμηση των μαχητών του Εργατικού Κόμματος του Κουρδιστάν PKK (πρβλ. Susurluk Scandal), το οποίο έχει, από την ίδρυσή του, θεωρηθεί μείζονα απειλή.

Η ύπαρξή των Κontrgerilla αποκαλύφθηκε το 1971 από τους επιζήσαντες του περιστατικού στο Ζιβερμπέι (Ziverbey), και επισήμως στις 26 Σεπτεμβρίου 1973 από τον πρωθυπουργό Μπουλέντ Ετζεβίτ (Bülent Ecevit). Είκοσι μέρες αργότερα τον πυροβόλησαν• επέζησε. Ο επόμενος πρωθυπουργός που μίλησε ανοιχτά για αυτά τα θέματα, ο Τουργκούτ Οζάλ (Turgut Özal), επίσης ίσα που απέφυγε μια απόπειρα δολοφονίας. Το θέμα έχει συζητηθεί στο κοινοβούλιο τουλάχιστον 27 φορές από το 1990, ωστόσο καμία επιτυχής έρευνα δεν έχει λάβει χώρα. Βουλευτές του εκάστοτε κυβερνώντος κόμματος πάντα ψήφιζαν αρνητικά.

Raison d'être

Η γεωστρατηγική σημασία της Ανατολής έχει εδώ και καιρό προσελκύσει παίκτες του Νέου Μεγάλου Παιχνιδιού (New Great Game). Μέτα τα Συνέδρια του Πότσνταμ (Potsdam) και της Γιάλτας (Yalta) το 1945, ο Στάλιν έστειλε στρατεύματα στα τουρκικά σύνορα με απώτερο στόχο τα Δαρδανέλια. Το 1946, η Σοβιετική Ένωση έστειλε δύο διπλωματικές επιστολές σχετικά με τη Συνθήκη του Μοντρέ Αναφορικά με το Καθεστώς τον Τουρκικών Στενών. Η Άγκυρα απέρριψε τις επιστολές, και οι Ηνωμένες Πολιτείες εξέφρασαν επίσης τη δυσαρέσκειά τους για τα σοβιετικά αιτήματα, δηλώνοντας ότι, ''σε περίπτωση που τα Στενά γίνουν στόχος επίθεσης ή απειλής επίθεσης από κάποιον επιδρομέα, η απορρέουσα κατάσταση θα αποτελέσει απειλή για τη διεθνή ασφάλεια και θα τεθεί σαφώς ζήτημα για δράση από την ομάδα του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών.''

Μετά από ανακοίνωση της βρετανικής κυβέρνησης στις 21 Φεβρουαρίου 1947, ότι αδυνατεί να παρέχει οικονομική βοήθεια (αν και μια δεκαετία αργότερα θα ιδρύσει τον Οργανισμό Κεντρικού Συμφώνου (Central Treaty Organization – CENTO), η Τουρκία στράφηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες συνέταξαν το Δόγμα Τρούμαν, υποσχόμενες να ''υποστηρίξουν ελεύθερους λαούς που αντιστέκονται σε απόπειρες υποταγής από ένοπλες μειονότητες ή από εξωτερικές πιέσεις''. 100 εκατομμύρια δολάρια πιστώθηκαν δύο μήνες αφότου το αμερικάνικο κογκρέσο επικύρωσε το Δόγμα Τρούμαν στις 12 Μαρτίου 1947. Ο αριθμός αυτός αυξήθηκε σε 233 εκατομμύρια δολάρια μέχρι το 1950, ύστερα από συμβολή της Τουρκίας μιας ταξιαρχίας περίπου 5.000 αντρών στις δυνάμεις των Ηνωμένων Εθνών στον πόλεμο της Κορέας. Τον Αύγουστο του 1947, η Μικτή Αμερικάνικη Στρατιωτική Αποστολή για Βοήθεια στην Τουρκία (Joint American Military Mission for Aid to Turkey – JAMMAT) ιδρύθηκε στην Άγκυρα υπό την αιγίδα του πρέσβη των ΗΠΑ.

Στις 5 Οκτωβρίου 1947, μια αντιπροσωπεία ανώτερων στρατιωτικών αξιωματούχων της Τουρκίας ταξίδεψε στις Ηνωμένες Πολιτείες για να καθορίσει το στρατιωτικό πλαίσιο της συμφωνίας συνεργασίας.

Το Δεκέμβρη του 1947, η Οδηγία 4-Α του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Πολιτειών (United States National Security Council – NSC) ''έδωσε μυστική έγκριση στη CIA να διεξάγει αυτά τα επισήμως ανύπαρκτα προγράμματα και να τα διαχειριστεί'' με τέτοιον τρόπο που να ''απεμπλακεί το αμερικάνικο κογκρέσο και δημόσιο από οποιαδήποτε συζήτηση σχετικά με το αν θα προβεί σε ψυχολογικό πόλεμο στο εξωτερικό''. Λίγους μήνες αργότερα, το Εθνικό Συμβούλιο Ασφαλείας αντικατέστησε την Οδηγία 4-Α με την Οδηγία 10/2, ιδρύοντας το Γραφείο Πολιτικού Συντονισμού (Office of Policy Coordination – OPC, αρχικά κατ' ευφημισμό ονομαζόμενο ''Γραφείο Ειδικών Αποστολών'' (Office of Special Projects), το συγκαλυμμένο βραχίονα δράσης της CIA. Το καταστατικό του OPC έκανε απερίφραστη έκκληση για ''προπαγάνδα, οικονομικό πόλεμο: προληπτική άμεση δράση, συμπεριλαμβανομένου του σαμποτάζ, του άντι-σαμποτάζ, κατεδαφίσεων και μέτρων εκκένωσης: ανατροπή εναντίων εχθρικών κρατών, συμπεριλαμβάνοντας τη βοήθεια προς μυστικά κινήματα αντίστασης, αντάρτες και ομάδες ελευθέρωσης προσφύγων, και υποστήριξη ιθαγενών αντικομμουνιστικών στοιχείων σε απειλούμενες χώρους του ελεύθερου κόσμου.'' Σύμφωνα με τα λόγια του επαγγελματία αξιωματικού των μυστικών υπηρεσιών Γουίλιαμ Κόρσον (William Corson), ''δεν υπήρχαν κανόνες...οι από πάνω είπαν να βάλουμε τις σιδηρογροθιές και να πιάσουμε δουλειά.''

Μετά την ένταξή της στο ΝΑΤΟ στις 18 Φεβρουαρίου 1952, η Τουρκία υπέγραψε μια Συμφωνία Στρατιωτικών Εγκαταστάσεων στις 23 Ιουνίου 1954, ανοίγοντας το δρόμο για μια μεγάλης κλίμακας στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ. Με προσωπικό 1.200 ατόμων μέχρι το 1950, η JAMMAT ήταν η μεγαλύτερη από τις Ευρωπαϊκές Ηγεσίες των Ηνωμένων Πολιτειών (United States European Commands – USEUCOM), καθώς επίσης και η μεγαλύτερη ομάδα στρατιωτικής και συμβουλευτικής βοήθειας παγκοσμίως ως το 1951. Η JAMMAT μετονομάστηκε σε Μικτή Στρατιωτική Αποστολή για Βοήθεια στην Τουρκία των Ηνωμένων Πολιτειών (JUSMMAT) το 1958, και σε Γραφείο Αμυντικής Συνεργασίας της Τουρκίας (τουρκ.: ABD Savunma İşbirliği Ofisi) στις 1 Μαΐου 1994.

1952–1970

Με τη συγκατάθεση του Ανωτάτου Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας (τουρκ.: Milli Savunma Yüksek Kurulu), ο ταξίαρχος Ντανίς Καραμπελέν (Daniş Karabelen) ίδρυσε την Υπηρεσία Επιθεώρησης και Επιστράτευσης (τουρκ.: Seferberlik Taktik Kurulu – STK) στις 27 Σεπτρεμβρίου 1952. Ο Καραμπελέν ήταν ένας από τους δεκαέξι στρατιώτες (συμπεριλαμβανομένων των Turgut Sunalp, Ahmet Yıldız, Alparslan Türkeş, Suphi Karaman, και Fikret Ateşdağlı) που εστάλησαν στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1948 για εκπαίδευση σε ειδικές πολεμικές επιχειρήσεις. Αυτοί ήταν που θα συγκροτούσαν τον πηρύνα του Τμήματος Ειδικού Πολέμου (τουρκ.: Özel Harp Dairesi- ÖHD). Λέγεται ότι η στρατολόγηση συνεπαγόταν εκτός των άλλων και ένα στοιχείο στρατολόγησης για λογαριασμό της CIA. Κάποιοι στρατηγοί που αργότερα λειτούργησαν το τμήμα είναι οι Adnan Doğu, Aydın İlter, Sabri Yirmibeşoğlu, İbrahim Türkgenci, Doğan Bayazıt, και Fevzi Türkeri. Ο Καραμπελέν διάλεξε τον Ισμαήλ Τανσού (Ismail Tansu) σαν το δεξί του χέρι, και έστησαν τις λειτουργίες της STK χρησιμοποιώντας κυψελωτό τρόπο διαμόρφωσης. Συμπλήρωσαν τους βαθμούς κυρίως με εφεδρικούς αξιωματικούς, τους στρατολογούσαν με έναν όρκο, και τους εκπαίδευαν πριν επιτρέψουν την επιστροφή τους στην κοινωνία σαν πολίτες. Στους αξιωματικούς δε δίνονταν όπλα, χρηματοδότηση, ή άμεσες αποστολές. Η στρατολόγηση ήταν περισσότερο επικεντρωμένη στην ανατολή, όπου και ήταν πιο πιθανό να συμβεί κάποια εισβολή.

Τα βιβλία που χρησιμοποιήθηκαν για να εκπαιδευτούν οι αξιωματικοί συμπεριλάμβαναν τα εξής:

 Αντεπαναστατικός Πόλεμος: Θεωρία και Πρακτική του Ντέηβιντ Γκαλουλά (David Galula)(τουρκ.: Ayaklanmaları Bastırma Harekâtı: Teori ve Pratik)

 Εγχειρίδιο του Στρατού των ΗΠΑ 31 – 15: Επιχειρήσεις Εναντίον Αντικανονικών Δυνάμεων (τουρκ.: Sahra Talimnamesi 31-15: Gayri Nizami Kuvvetlere Karşı Harekat)

 Η Είσοδος των Ανταρτών του Τζαχίτ Βουράλ (Cahit Vural) (τουρκ.: Gerillaya Giriş)

Αργότερα, οι στρατηγοί ίδρυσαν την Οργάνωση Τουρκικής Αντίστασης για την αντιμετώπιση της Εθνικής Οργάνωσης Κυπρίων Αγωνιστών (ΕΟΚΑ). Λειτουργώντας υπό την αιγίδα του αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Στρατού, η STK στεγάστηκε στο κτίριο της JUSMMAT στα Μπαχτσελιεβλέρ (Bahçelievler) της Άγκυρας. Ο Ισμαήλ Τανσού υποστηρίζει ότι το αμερικάνικο αρχηγείο ήταν απέναντι από το παλιό κτίριο Γκιουλχανέ (Gülhane), και ότι το αρχηγείο της STK ήταν σε μία έπαυλη στην περιοχή Κολέζ (Kolej) του Κιζιλάι (Kızılay). Δήλωσε επίσης ότι συνήθιζε να έχει συναντήσεις με στρατιώτες από τη Διεύθυνση Επιχειρήσεων J3 (J3 Operations Directorate) κάμποσες φορές τη βδομάδα, που εναλλάσσονταν μεταξύ των βάσεών τους. Κάποιοι από τους συνεργάτες του ήταν ο συνταγματάρχης Λάτεντ (Latent), ο πλοίαρχος Μπέργκερ (Berger), και ο ταγματάρχης Χιλ (Hill).

Τη δεκαετία του '60, ο Τουρκές δημιούργησε τους Συλλόγους ''πολιτών'' για την Καταπολέμηση του Κομμουνισμού (τουρκ.: Komünizm ile Mücadele Dernekleri) και χρηματοδότησε το ακροδεξιό Κόμμα Κινήματος Εθνικιστών τουρκ.: Milliyetçi Hareket Partisi – MHP). Αυτά αποτέλεσαν τον πυρήνα των μελλοντικών υπερεθνικιστών μαχητών, που χρησιμοποιούνται από τους Κontrgerilla σε αποσταθεροποιητίκες ενέργειες.

Η CIA απασχολούσε άτομα από την άκρα δεξιά, όπως το μέλος των Pan-Turkist SS Ρουζί Ναζάρ (Ruzi Nazar) (πατέρα της Sylvia Nazar), για να εκπαιδεύσουν τους Γκρίζους Λύκους (τουρκ.: Ülkücüler), τη νεολαία του MHP.

Ο Ναζάρ ήταν Τουρκομάνος γεννηθής κοντά στην Τασκένδη, ο οποίος εγκατέλειψε τον Κόκκινο Στρατό για να προσχωρήσει στους Ναζί κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, προκειμένω να πολεμήσει στο Ανατολικό Μέτωπο για την ίδρυση ενός Τουρκιστάν. Μετά την ήττα της Γερμανίας, κάποιοι από τους κατασκόπους της βρήκαν καταφύγιο στην κοινότητα των υπηρεσιών πληροφοριών των ΗΠΑ. Ο Ναζάρ ήταν ένας από αυτούς, και έγινε ο επικεφαλής του σταθμού της CIA στην Τουρκία.

Η STK μετατράπηκε σε ÖHD το 1967.

1970–σήμερα

Αναζήτηση χρηματοδότησης

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του '70, το Τμήμα Ειδικού Πολέμου λειτουργούσε υπό το στρατηγό Κεμάλ Γιανάκ (Kenal Yanak). Στα πρόσφατα κυκλοφορηθέντα απομνημονεύματά του, δήλωσε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν βάλει στην άκρη στήριξη αξίας 1 εκατομμυρίου δολαρίων: ένα μέρος σε πυρομαχικά και ένα μέρος σε χρήματα. Αυτός ο διακανονισμός συνεχίστηκε μέχρι το 1973-74, όπου ο Γιανάκ αποφάσισε ότι τα πυρομαχικά δεν ανταποκρίνονταν στις ανάγκες του τμήματος. Οι Αμερικάνοι φέρονται να ανταπάντησαν, ότι δεν ήταν υπεύθυνοι να πληρώσουν και ότι είχαν δικαίωμα να παίρνουν αποφάσεις. Ο Γιανάκ αποχώρησε από τη συνεδρίαση και εξέφρασε τις ανησυχίες του για τον Αρχηγό του Γενικού Επιτελείου, Σεμίχ Σαντζάρ (Semih Sancar), οπότε ακολούθως η συμφωνία ακυρώθηκε.

Μόνο όταν ο Γιανάκ ζήτησε από τον πρωθυπουργό Μπουλέντ Ετζεβίτ (Bülent Ecevit) εναλλακτικά μέσα χρηματοδότησης, αντελήφθη ο Ετζεβίτ την ύπαρξη της επιχείρησης: τα υπόλοιπα μέλη του υπουργικού συμβουλίου παρέμεναν στο σκοτάδι. Ο Ετζεβίτ πρότεινε να ζητήσει η οργάνωση υποστήριξη από την Ευρώπη. Ο Γιανάκ επικοινώνησε με στρατηγούς από το Ηνωμένο Βασίλειο, και στη συνέχεια από τη Γαλλία. Ο τότε διοικητής του τουρκικού στρατού, Στρατηγός Σεμίχ Σαντζάρ (Semih Sancar), τον ενημέρωσε ότι οι ΗΠΑ χρηματοδοτούσαν τον Οργανισμό Κρατικής Υπηρεσίας Πληροφοριών από τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια.

Μετά την ΕΣΣΔ

Στις αρχές της δεκαετίας του '90, Τουρκία και Αμερική ήταν σε διαμάχη για το κουρδικό ζήτημα. Τούρκοι στρατηγοί, ειδικά ο Εσρέφ Μπιτλίς (Eşref Bitlis), εναντιώθηκαν στα σχέδια των ΗΠΑ για δημιουργία ενός ξεχωριστού κουρδικού κράτους. Προκειμένω να μειωθεί η επιρροή των ΗΠΑ στον τουρκικό στρατό, ο επικεφαλής του επιτελείου Ντογάν Γκιουρές (Doğan Güreş) αναδιάρθρωσε το ÖHD και το μετονόμασε σε Διοίκηση Ειδικών Δυνάμεων (τουρκ.: Özel Kuvvetler Komutanlığı - ÖKK) το 1992. Το ÖKK, του οποίου οι 7.000+ νεοσύλλεκτοι καλούνται κοινώς ''κόκκινοι μπερέδες'' (τουρκ.: Bordo Bereliler), καταπολεμά την τρομοκρατία και προστατεύει τους αρχηγούς του επιτελείου και τον πρόεδρο σε ταξίδια τους στο εξωτερικό. Ομοίως, οι Κontrgerilla με πολιτικά ονομάζονται κοινώς Λευκές Δυνάμεις (τουρκ.: Beyaz Kuvvetler).

Το 1993, το κοινοβούλιο συνέταξε μια επιτροπή (τουρκ.: Faili Meçhul Cinayetleri Araştırma Komisyonu) για να διερευνήσει τις πολυάριθμες ανεξιχνίαστες δολοφονίες που πιστεύονταν ότι διαπράχθηκαν από τους Κontrgerilla. Η έκθεσή τους απαρίθμησε 1797 τέτοιους θανάτους: 316 το 1992 και 314 το 1993 μόνο. Ο στρατηγός Γκιουρές επικοινώνησε με τον Πρόεδρο του Κοινοβουλίου, Χουσαμετίν Τζινντορούκ (Hüsamettin Cindoruk), για να σταματήσει την έρευνα ούτως ώστε να αποτρέψει το ξεσκέπασμα των αντρών του. Εν τω μεταξύ, ο εισαγγελέας του Δικαστηρίου Εθνικής Ασφάλειας Νουσρέτ Ντεμιράλ (Nusret Demiral) διέταξε τις αστυνομικές δυνάμεις να μην συνεργαστούν με την κοινοβουλευτική επιτροπή στην επίλυση των εγκλημάτων.

Με την έξοδο του Γκλάντιο (Gladio) από το στρατό υπό τον επόμενο αρχηγό του γενικού επιτελείου στρατού (İsmail Hakkı Karadayı), το Γκλάντιο εισχώρησε στο Τμήμα Ειδικών Επιχειρήσεων (τουρκ.: Özel Harekat Dairesi) των τουρκικών αστυνομικών δυνάμεων χρησιμοποιώντας το κίνημα Γκιουλέν (Gülen). Πηγές κοντά το κίνημα Γκιουλέν αμφισβητούν τον ισχυρισμό, που λέει ότι το τουρκικό Γκλάντιο είναι το δίκτυο Εργκενεκόν (Ergenekon) (παρά το γεγονός ότι υποτιθέμενα μέλη του συμπεριλάμβαναν αριστερούς που είχαν βασανιστεί από τους Κontrgerilla). Άλλες πηγές αναφέρουν ότι η Εργκενεκόν είναι θραύσμα του Γκλάντιο που υιοθέτησε τη δομή του, αλλά έχει Μικρασιατική και όχι Ευρωπαϊκή ημερήσια διάταξη. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς για σύνδεση του Φετουλάχ Γκιουλέν (Fethullah Gülen) και της CIA, είναι άξιο να σημειωθεί ότι ο Γεώργιος Φειδάς και ο Γκράχαμ Φούλερ (Graham Fuller) της CIA έκαναν αίτηση για λογαριασμό του Γκιουλέν προκειμένω να αποκτήσει βίζα αλλοδαπού εργαζόμενου (έγινε δεκτή μετά από έφεση).

Ο πρώην πρωθυπουργός Μεσούτ Γιλμάζ (Mesut Yılmaz) δήλωσε ότι η υποτιθέμενη συμμορία, που δρα τώρα εντός των αστυνομικών δυνάμεων, ήταν προηγουμένως στην Κρατική Υπηρεσία Πληροφοριών (ΜİT). Συγκεκριμένα, ο Γιλμάζ αποχώρησε από το Τμήμα της Αντιτρομοκρατικής του ΜİT, με επικεφαλής τον Μεχμέτ Εϊμούρ (Μεχμέτ Eymür) και η οποία δημιουργήθηκε με εντολές της τότε πρωθυπουργού Τανσού Τσιλέρ (Tansu Çiller).

Η Τουρκία διατηρεί ισχυρούς στρατιωτικούς δεσμούς με τις ΗΠΑ, μέσω του ODC-T, του οποίου ο αρχηγός είναι ''το μόνο σημείο επαφής με το τούρκικο Γενικό Επιτελείο Στρατού για ό,τι αφορά όλες τις στρατιωτικές οργανώσεις και δραστηριότητες των Ηνωμένων Πολιτειών στην Τουρκία''. Από το 2008, κάτοχος αυτής της θέσης είναι ο υποπτέραρχος Έρικ Ρόσμποργκ (Eric J. Rosborg). Από το 1993, οι αρχηγοί του ODC-T είναι στρατηγοί της Αεροπορικής Δύναμης των ΗΠΑ. Η διεύθυνση των γραφείων του ODC-T είναι Kirazlıdere Mevkii, İsmet İnönü Bulvarı № 94, Balgat, 06100 Ankara.

Περιστατικά

Το Πογκρόμ της Ισταμπούλ-Σεπτεμβριανά

Στις 6-7 Σεπτεμβρίου 1955, μέλη του ÖHD συμμετείχαν στο σχεδιασμό του Πογκρόμ της Ισταμπούλ ενάντια των Ελλήνων της πόλης, το οποίο προωθούσε τόσο τη μυστική πολιτική του κράτους για Εκτουρκισμό, όσο και την υπονόμευση του κομμουνισμού. Την εποχή εκείνη, υπήρχε η πεποίθηση ότι είχε συντονιστεί από το Δημοκρατικό Κόμμα.

Αιματοβαμμένη Κυριακή (Bloody Sunday)

Στις 16 Φεβρουαρίου 1969, ομάδα κακοποιών, οπαδών της δεξιάς πτέρυγας, ξυλοκόπησε αριστερούς, που διαμαρτύρονταν για την άφιξη του Έκτου Στόλου των Ηνωμένων Πολιτειών στην Τουρκία.

Πραξικοπήματα του 1971 και του 1980

Μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1960, μία ακόμη χούντα αποκαλύφθηκε από τον πράκτορα της Κρατικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (MİT), Μαζίρ Καϊνάκ (Mahir Kaynak). Ο τελευταίος ενημέρωνε στις αρχές του 1971 και τους δύο Κοινούς Αρχηγούς του Επιτελείου Στρατού, το στρατηγό Μεμντούχ Ταγμάτς (Memduh Tağmaç) και τον έντονα αντικομμουνιστή διοικητή του Πρώτου Σώματος Στρατού με έδρα την Ισταμπούλ, Στρατηγό Φαϊκ Τουρούν (Faik Türün). Ο τελευταίος ήταν βετεράνος του Πολέμου της Κορέας, και παρασημοφορεμένος προσωπικά από τον στρατηγό Ντάγκλας Μακάρθουρ (Douglas MacArthur) εκεί. Η πληροφορία που τους μεταφέρθηκε ήταν ότι ένας αριθμός υψηλόβαθμων αξιωματικών της Τουρκίας, συμπεριλαμβανομένων του αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Στρατού και του αρχηγού του Επιτελείου της Πολεμικής Αεροπορίας, σχεδίαζε να εκτελέσει ένα στρατιωτικό πραξικόπημα στις 9 Μαρτίου 1971, με την δημοσιογραφική υποστήριξη προ-σοβιετικών αριστερών διανοούμενων σε πολλές τούρκικες εφημερίδες.

Στις 10 Μαρτίου 1971, η CIA έστειλε μήνυμα στο Υπουργείο Εξωτερικών και στο Υπουργείο Άμυνας, ότι η τουρκική Ανώτατη Διοίκηση είχε συγκληθεί εκείνη τη μέρα αποφασίζοντας να προβεί σε αντι-πραξικόπημα.

Το δεξιό πραξικόπημα στις 12 Μαρτίου 1971 εκτελέστηκε για να προλάβει ένα αριστερό πραξικόπημα υποστηριζόμενο από τους Σοβιετικούς, το οποίο ήταν αρχικά προγραμματισμένο να διεξαχθεί στις 9 Μαρτίου 1971.

Αμέσως μετά το πραξικόπημα, φιλο-Σοβιετικοί διανοούμενοι, ιδιώτες, και χαμηλόβαθμα στελέχη της χούντας της 9ης Μαρτίου ανακρίθηκαν σε ένα κτήριο που φέρεται να άνηκε στη MİT. Ένα μέλος της Χούντας της 9ης Μαρτίου, ο συνταγματάρχης Ταλάτ Τουρχάν (Talat Turhan), ανακρίθηκε από τον αρχηγό της MİT, Εγιούπ Οζαλκούς (Eyüp Ozalkus). Ο Τουρχάν έκανε μεγάλες προσπάθειες για να ξεσκεπάσει τους Κontrgerilla μετά την απελευθέρωσή του.

Υπάρχει και η άποψη ότι οι δύο αντίθετες χούντες ήταν στην ουσία οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.

Οι Κontrgerilla συμμετείχαν σε σποραδικές δράσεις εγχώριας τρομοκρατίας καθ' όλη τη δεκαετία του '70, χρησιμεύοντας ως πρόσχημα για ακόμα ένα πραξικόπημα το 1980. Όταν πια έλαβε χώρα αυτό το τρίτο πραξικόπημα, στη σύντομη ιστορία της τουρκικής δημοκρατίας (1950-1980), θεωρήθηκε από το αγνώμων κοινό ως αναγκαίο για την αποκατάσταση της ειρήνης. Υποστηρίχθηκε επίσης από μέλη του Κοινοβουλίου, πολλά εκ των οποίων είχαν συμμετάσχει στα νιάτα τους στους Κontrgerilla.

Με αυτό το πραξικόπημα ελήφθησαν αυστηρά μέτρα για να έρθει η χώρα κάτω από στρατιωτική κυριαρχία. Συντάχθηκε ένα αυστηρό σύνταγμα, συστάθηκε Ανώτατο Συμβούλιο Εκπαίδευσης για να δώσει γραμμή στους διανοούμενους, ενώ το Εθνικό Συμβούλιο Ασφαλείας προσπαθούσε να πετύχει το αντίστοιχο με τους πολιτικούς.

Έχοντας υπηρετήσει το ρόλο του υποκινώντας το πραξικόπημα του 1980, ο Αλπαρσλάν Τουρκές (Alparslan Türkeş) φυλακίστηκε από την ανώτατη διοίκηση. Πράγματι, ο στρατηγός Μαντάνογλου (Madanoğlu) ήταν να τον στείλει στο εκτελεστικό απόσπασμα, αλλά ο φίλος του Ρουζί Ναζάρ (Ruzi Nazar) (από τη CIA) παρενέβη.

Βίλλα Ζιβερμπέι

Μετά το πραξικόπημα του 1971, η Βίλλα Ζιβερμπέι στο Ερενκόι (Erenköy) στην Ισταμπούλ, χρησιμοποιήθηκε για τις ανακρίσεις κάποιων μελών της αντικρουόμενης χούντας, που ήθελαν να καταργήσουν τους δημοκρατικούς θεσμούς και να δημιουργήσουν μια προ-σοβιετική διοίκηση. Ο εγκέφαλος πίσω από τις ανακρίσεις στο Ζιβερμπέι ήταν ο ταξίαρχος Μεμντούχ Ουνλουτούρκ (Memduh Ünlütürk), ο οποίος λειτουργούσε υπό τον αντιστράτηγο Τουργκούτ Σουνάλπ (Turgut Sunalp), που έδινε αναφορά στο Διοικητή του Πρώτου Σώματος Στρατού, Στρατηγό Φαϊκ Τουρούν (Faik Türün). Οι δύο τελευταίοι στρατηγοί ήταν βετεράνοι του Πολέμου της Κορέας που είχαν υπηρετήσει στο Τμήμα Επιχειρήσεων (τουρκ.: Harekât Dairesi). Οι μέθοδοι ανακρίσεων που χρησιμοποιήθηκαν στο Ζιβερμπέι ήταν εμπνευσμένες από όσα είχαν δει να κάνουν στους Κορεάτες και Κινέζους αιχμάλωτους πολέμου κατά τη διάρκεια του Πολέμου της Κορέας.

Οι τεχνικές των ανακρίσεών μας ήταν ''ειδικές''. Οι άντρες μας ήταν ειδικοί... Μία αμετανόητη κομμουνίστρια ισχυρίστηκε ότι βιάστηκε με γκλοπ. Συγγνώμη που το λέω κιόλας, αλλά θα χρειαζόντουσαν τα 20-21χρονα σωματώδη αγόρια μας γκλοπ; Αψηφά κάθε λογική. Από όσο γνωρίζω, οι κρατούμενοι τρώγανε απλώς καμιά ξυλιά.

-Τουργκούν Σουνάλπ (Turgut Sunalp), Νοκτά, 3 Νοεμβρίου 1985 (οι ξυλιές αναφέρονται στην αντιμετώπιση του Ταλάτ Τουρχάν (Talat Turhan) από τον Εγιούπ Οζαλκούς (Eyüp Ozalkus).

Διανοούμενοι όπως ο Ιλχάν Σελτσούκ (İlhan Selçuk) (από τη χούντα της 9ης Μαρτίου) και ο Ουγούρ Μουμτζού (Uğur Mumcu) βασανίστηκαν εκεί. Κάποιοι από τα θύματα του Ζιβερμπέι επιβεβαίωσαν ότι οι ανακριτές παρουσίαζαν τους εαυτούς τους ως "Κontrgerilla", πάνω από το νόμο, και με δικαίωμα να σκοτώνουν. Κάτω από την πίεση να γράψει μια απολογητική δήλωση, ο Σελτσούκ αποκάλυψε με περίφημο τρόπο το δράμα του χρησιμοποιώντας μια τροποποιημένη ακροστιχίδα, που με αποκρυπτογράφηση αποκάλυπτε τη φράση ''Είμαι υπό καθεστώς βασανιστηρίων''. Το γράμμα κλειδί ήταν το πρώτο γράμμα της προτελευταίας λέξης κάθε πρότασης της δήλωσής του.

Ένας άλλος κρατούμενος, ο γνωστός φιλελεύθερος Μουράτ Μπελγκέ (Murat Belge), λέει ότι βασανίστηκε εκεί από τον Βελί Κιουτσούκ (Veli Küçük), που αργότερα ίδρυσε τη Χωροφυλακή Πληροφοριών και Καταπολέμησης της Τρομοκρατίας (Jandarma İstihbarat ve Terörle Mücadele – JİTEM) και τη Χεζμπολάχ (Hezbollah) (Τουρκία) για να αντιμετωπίσει το Κουρδικό Εργατικό Κόμμα (PKK). Ο Κιουτσούκ ισχυρίζεται ότι δεν μπορεί να είναι υπεύθυνος, μιας και κρατούνταν στο Σιρνάκ (Şırnak) και είχε κατηγορηθεί για συνεργασία με ένα άλλο θύμα του Ζιβερμπέι, τον Ιλχάν Σελτσούκ (βλ. Εργκενεκόν).

Ο ακτιβιστής σκηνοθέτης Γιλμάζ Γκιουνέι (Yılmaz Güney) ήταν κι αυτός παρόν. Ένας φίλος του στη MİT προσπάθησε να εμποδίσει τη σύλληψή του λέγοντας στους ανώτερούς του ότι ο Γκιουνέι ήταν επίσης κατάσκοπος, αλλά το τέχνασμα απέτυχε. Ένας αξιωματικός της MİT που ήταν εκεί, ο Μεχμέτ Εϊμούρ (Mehmet Eymür), δήλωσε ότι ο Γκιουνέι αντιμετωπίστηκε καλά σε αντάλλαγμα για τη συνεργασία του.

Ο Στρατηγός Γιανάκ αρνήθηκε ότι το ÖHD είχε εμπλακεί, και απέρριψε κάθε ισχυρισμό για τους "Κontrgerilla".

Για το Ζίβερμπεϊ αξίζει να αναφερθεί ότι:

 ήταν η πρώτη φορά που έγινε αναφορά στον όρο "Κontrgerilla" από κάποιον που δεν ήταν ήδη μέλος.

 Αποκαλύφθηκε το γεγονός ότι οι Κontrgerilla συνεργάζονταν με τη MİT.

Η σφαγή του Κιζιλντερέ (Kızıldere)

Στις 30 Μαρτίου 1972 ειδικές δυνάμεις έκαναν επιδρομή στο χωριό Κιζιλντερέ (Kızıldere) της περιοχής Νικσάρ (Niksar), στην επαρχία Τοκάτ (Tokat) και σκότωσαν 10 νέους άντρες, οι οποίοι είχαν απαγάγει τρεις ξένους ομήρους και τους κρατούσαν στο Κιζιλντερέ. Στα θύματα συμπεριλαμβάνονταν οι Μαχίς Τσαγιάν (Mahir Çayan) (THKP-C), Χιουντάι Αρικάν (Hüdai Arıkan) (Dev-Genç), Τζιχάν Αλπτεκίν (Cihan Alptekin) (THKO), ο ταξιτζής Νιχάτ Γιλμάζ (Nihat Yılmaz), ο δάσκαλος Ερτάν Σαρουχάν (Ertan Saruhan), ο αγρότης Αχμέτ Ατασόι (Ahmet Atasoy), ο Σινάν Καζίμ Οζουντογρού (Sinan Kazım Özüdoğru) (Dev-Genç), ο φοιτητής Σαμπαχατίν Κουρτ (Sabahattin Kurt), ο Ομέρ Αϊνά (Ömer Ayna) (THKO) και ο υπολοχαγός Σαφέτ Αλπ (Saffet Alp). Οι τρεις όμηροι (δύο Βρετανοί και ένα Καναδός πολίτης), που κρατούσαν στην προσπάθειά τους να αποτρέψουν την εκτέλεση τριών ηγετών των φοιτητών (Deniz Gezmiş, Hüseyin İnan and Yusuf Aslan), σκοτώθηκαν επίσης.

Αν και ο στρατηγός Γιανάκ το αρνήθηκε, ένας ενεργός συμμέτοχος, ο εκτελεστής Μετίν Καπλάν (Metin Kaplan), δήλωσε ότι το ÖHD ήταν υπεύθυνη. Ανέφερε ότι μίλησε με το στρατηγό Μεμντούχ Ουνλουτούρκ (και ο ίδιος Κontrgerilla, και κακόφημος συμμέτοχος του περιστατικού στη Βίλα Ζιβερμπέι), σχετικά με το τι να κάνουν με τους κομμουνιστές τρόφιμους της φυλακής Μαλτεπέ (Maltepe), που σχεδίαζαν να δραπετεύσουν. Μετά από συμβουλές δύο στρατηγών των ΗΠΑ, άφησαν τους κρατούμενους να δραπετεύσουν, και να πάρουν ομήρους τρεις αξιωματικούς του ΝΑΤΟ στο Ουνιέ (Ünye). Αυτό δημιούργησε το πρόσχημα για τη δολοφονία τους.

Οι διπλοί πράκτορες της MİT Μεχμέτ Εϊμούρ (Mehmet Eymür) και Χιράμ Αμπάς (Hiram Abas), που δούλευαν για τη CIA, συμμετείχαν επίσης στη σφαγή του Κιζιλντερέ. Αφού απαλλάχθηκε από την MİT, ο Εϊμούρ μετακόμισε στο Μακλέιν (McLean) της Βιρτζίνια (Virginia), την έδρα της CIA. Στην Τουρκία αντιμετωπίζει κατηγορίες για δημοσιοποίηση κρατικών μυστικών και για κατασκοπία σε όφελος των Ηνωμένων Πολιτειών.

Η Σφαγή της Πλατείας Τάξιμ (Taksim)

Στις 1 Μαΐου 1977 η εργατική συνομοσπονδία DİSK πραγματοποίησε ένα συλλαλητήριο στην Πλατεία Ταξίμ στην Ισταμπούλ, με μισό εκατομμύριο συμμετέχοντες. Άγνωστοι πυροβόλησαν ενάντια στο πλήθος και σκότωσαν 36 άτομα. Οι δράστες δεν πιάστηκαν ποτέ. Ο πρωθυπουργός Μπουλέντ Ετζεβίτ (Bülent Ecevit), και μέλη του αριστερού Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος, δήλωσαν στον τότε Πρόεδρο Φαχρί Κορουτούρκ (Fahri Koruturk), ότι είχαν υποψίες για συμμετοχή των Κontrgerilla στη σφαγή. Σύμφωνα με τον Ετζεβίτ, οι πυροβολισμοί διήρκεσαν είκοσι λεπτά, κι όμως κάμποσες χιλιάδες αστυνομικών, που ήταν στο χώρο, δεν παρενέβησαν. Αυτός ο τρόπος χειρισμού θυμίζει τη σφαγή που έγινε στις 20 Ιουνίου 1973 στο Εζεϊζά

(Ezeiza) του Μπουένος Άιρες, όταν η Αντικομμουνιστική Συμμαχία της Αργεντινής (ΑΑΑ), που ιδρύθηκε από το Χοσέ Λόπεζ Ρέγα (μέλος του P2), άνοιξε πυρ εναντίον των αριστερών Περονικών.

Επιπλέον, ο ίδιος ο Ετζεβίτ μόλις που επιβίωσε από μια απόπειρα δολοφονίας, είκοσι μέρες αφού ανέφερε δημόσια την πιθανότητα, μια μυστική οργάνωση να βρίσκεται πίσω από τη σφαγή.

Ένας Αναπληρωτής Εισαγγελέας από την Άγκυρα, ο Ντογάν Οζ (Dogan Ōz), έκανε τότε έρευνα για τη σχέση ανάμεσα στο Κόμμα Κινήματος Εθνικιστών (MHP) του Αλπαρσλάν Τουρκές, το Τμήμα Ειδικού Πολέμου, και βίαια επεισόδια που σημειώθηκαν τη δεκαετία του '70. Στην αναφορά του, ο Ντογάν Οζ δήλωσε ότι, ''στρατιωτικές καθώς και πολιτικές δυνάμεις ασφαλείας βρίσκονται πίσω από αυτή την υπόθεση.'' Δήλωσε, επίσης, ότι, η Κρατική Υπηρεσία Πληροφοριών ήταν συνένοχη, και ότι ''όλες αυτές οι δραστηριότητες καθοδηγούνταν από μέλη και στελέχη του MHP.'' Ο Ντογάν Οζ δολοφονήθηκε στις 24 Μαρτίου 1978. Ο Ιμπραΐμ Τσιφτσί, μέλος των Γκρίζων Λύκων, ομολόγησε το έγκλημα, αλλά η καταδίκη του ανατράπηκε από το στρατιωτικό δικαστικό σύστημα.

Η Σφαγή της 16ης Μαρτίου

Στις 16 Μαρτίου 1978, επτά φοιτητές (Hatice Özen, Cemil Sönmez, Baki Ekiz, Turan Ören, Abdullah Şimşek, Hamit Akıl and Murat Kurt) σκοτώθηκαν και 41 τραυματίστηκαν στη Σχολή Φαρμακευτικής του Πανεπιστημίου της Ισταμπούλ. Οι δράστες ήταν μέλη των Γκρίζων Λύκων. Η δίκη ακυρώθηκε το 2008 λόγω του καταστατικού της παραγραφής.

Η Σφαγή του Μπαχτσελιεβλέρ (Bahçelievler)

Στις 9 Οκτωβρίου 1978, μια ομάδα εθνικιστών υπό την ηγεσία του Αμπντουλάχ Τσατλί (Abdullah Çatlı) σκότωσε επτά αριστερούς φοιτητές. Ο Τσατλί καταδικάστηκε ερήμην.

Η Σφαγή του Καχραμανμαράς (Kahramanmaraş)

Το Δεκέμβρη του 1978, 111 Αλεβήδες σκοτώθηκαν. Ο ανεπίσημος αριθμός είναι πολύ μεγαλύτερος. Ακολούθησε η κήρυξη Στρατιωτικού Νόμου, και το πραξικόπημα του 1980.

Απόπειρες Δολοφονίας

Οι πρωθυπουργοί Μπουλέντ Ετζεβίτ και Τουργκούτ Οζάλ επέζησαν από απόπειρες δολοφονίας σχεδιασμένες από τους Κontrgerilla. Ο εισαγγελέας Ντογάν Οζ, και ο συντάκτης της εφημερίδας Μιλιγιέτ (Milliyet) Αμπντί Ιπεκτσί (Abdi Ipekçi) σκοτώθηκαν.

Δολοφονία του Εσρέφ Μπιτλίς (Eşref Bitlis)

Ο Εσρέφ Μπιτλίς σκοτώθηκε στις 17 Φεβρουαρίου 1993 σε ένα μυστηριώδες αεροπορικό δυστήχημα.

Δολοφονίες

Eπίσης πολυάριθμες ήταν οι δολοφονίες επιχειρηματιών που θεωρήθηκαν ύποπτοι για προσφορά οικονομικής υποστήριξης στο ΡΚΚ και αμέτρητες οι εξωδικαστικές εκτελέσεις Κούρδων.