Τουρκία:Βαθύ Κράτος,Γκλάντιο, Κontrgerilla, Σουσουρλούκ, Εργκένεκον -2

Το Σκάνδαλο Σουσουρλούκ

Το σκάνδαλο του Σουρλουλούκ αναφέρεται στα γεγονότα γύρω από την κορύφωση της σύγκρουσης Τουρκίας – Κουρδικού Εργατικού Κόμματος (PKK) στα μέσα της δεκαετίας του '90. Θεωρείται σκάνδαλο γιατί άφησε υπόνοιες για σχέσεις μεταξύ της κυβέρνησης, των ενόπλων δυνάμεων και του οργανωμένου εγκλήματος. Οι σχέσεις αυτές δημιουργήθηκαν αφού το Εθνικό Συμβούλιο Ασφαλείας (NSC), το ανώτατο όργανο της χώρας, έθεσε ευθέως την ανάγκη για διευθέτηση των εθνικών πόρων για την καταπολέμηση του αυτονομιστικού, μαχητικού PKK.

Το σκάνδαλο βγήκε στην επιφάνεια ύστερα από ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα που έγινε στις 3 Νοεμβρίου 1996, στην επαρχία του Μπαλικεσίρ (Balıkesir). Στα θύματα συμπεριλαμβάνονταν ο αναπληρωτής επικεφαλής της αστυνομίας της Ισταμπούλ, ένας βουλευτής που ηγούνταν μιας ισχυρής Κουρδικής φατρίας, και ο αρχηγός των Γκρίζων Λύκων (ο οποίος ήταν δολοφόνος επί πληρωμή στην κόκκινη λίστα της Ιντερπόλ).

Το τουρκικό κράτος είχε εμπλακεί σε μια κλιμακούμενη, χαμηλής έντασης σύγκρουση με το PKK από το 1984. Η σύγκρουση κορυφώθηκε, όταν το PKK προγραμμάτισε να διακηρύξει την ανεξαρτησία του το 1994. Προς το τέλος του 1992, μια εξαιρετικά έντονη συζήτηση έλαβε χώρα στο Εθνικό Συμβούλιο Ασφαλείας, σχετικά με το χειρισμό της κατάστασης. Ορισμένοι, όπως ο πρόεδρος Τουργκούτ Οζάλ (Turgut Özal)και ο στρατηγός Εσρέφ Μπιτλίς (Eşref Bitlis) ήταν υπέρ μιας μη-στρατιωτικής λύσης. Ωστόσο, και οι δύο αυτοί άνθρωποι σκοτώθηκαν το 1993. Τον ίδιο χρόνο, το NSC προετοίμασε μια συντονισμένη καμπάνια Μαύρων Επιχειρήσεων με τη βοήθεια ειδικών δυνάμεων. Το τουρκικό παρακλάδι της Επιχείρησης Γκλάντιο, οι ''Κontrgerilla'', συνέβαλαν σημαντικά στις ειδικές αυτές δυνάμεις.

Η αναπληρώτρια πρωθυπουργός Τανσού Τσιλέρ (Tansu Çiller) ανέθεσε στην τότε αστυνομίας, με επικεφαλή τον Μεχμέτ Αγάρ (Mehmet Ağar),την παράλυση του PKK, και την εκτέλεση του ηγέτη του, Αμπντουλάχ Οτζαλάν (Abdullah Öcalan). Η αστυνομική μονάδα που ήταν υπεύθυνη γι αυτή τη δουλειά ήταν το Τμήμα Ειδικού Πολέμου (τουρκ.: Özel Harekat Dairesi, ÖHD). Συμμετείχε επίσης ο επί πληρωμή δολοφόνος Αμπντουλάχ Τσατλί (Abdullah Çatlı). Αυτό προκάλεσε αναστάτωση στην Κρατική Υπηρεσία Πληροφοριών (τουρκ.: Milli İstihbarat Teşkilatı, MİT), η οποία είχε προηγουμένως υπολογίσει στον Τσατλί να προβεί σε αντίποινα ενάντια στη μαχητική οργάνωση των Αρμενίων, ASALA. Ιδιαίτερα αναστατωμένος ήταν ο Μεχμέτ Εϊμούρ (Mehmet Eymür) του Αντιτρομοκρατικού Τμήματος των Επιχειρήσεων της MİT, ο οποίος είχε ανυπέρβλητες διαφορές με τον Αγάρ. Το σκάνδαλο έχει ως εκ τούτου σθεναρώς περιγραφεί ως ''η διαμάχη των δύο Μεχμέτ''.

Όπως πολλές παρόμοιες ομάδες, το PKK χρηματοδοτούνταν -τουλάχιστον εν μέρει- από το εμπόριο ναρκωτικών. Αντί να αποτρέψουν απλώς το PKK από την άντληση κέρδους μέσω παράνομων δραστηριοτήτων, αυτές οι παρατάξεις πάλεψαν για το ποια θα πάρει τη θέση του. Ο εμπειρογνώμων στον τομέα των πληροφοριών, Μαχίρ Καϊνάκ (Mahir Kaynak), περιέγραψε το στρατόπεδο της αστυνομίας ως ''φιλο-ευρωπαϊκό'', και το στρατόπεδο της MİT ως ''φιλο-αμερικάνικο''. Οι ένοχοι τσέπωσαν δισεκατομμύρια δολάρια από τα κέρδη του λαθρεμπορίου ναρκωτικών. Αυτή η παράνομη δραστηριότητα από τη μεριά του κράτους είχε μερικώς σαν κίνητρο -ή τουλάχιστον δικαιολογήθηκε ως τέτοιο- τα δεκάδες δις δολαρίων που χάθηκαν από τις εμπορικές συναλλαγές με το Ιράκ εξαιτίας του Πολέμου στον Κόλπο. Για να δει κανείς τις προοπτικές, το εμπόριο ηρωίνης, τότε αξίας 50 δις δολαρίων, ξεπερνούσε τον προϋπολογισμό του κράτους που ανέρχονταν σε 48 δις δολάρια. (Άλλες πηγές αναφέρουν ότι ο προϋπολογισμός του 1998 ήταν 62 δις δολάρια, ενώ η αγορά ναρκωτικών αφορούσε 70 δις δολάρια, αν και μόνο ένα μέρος αξιοποιείται ως προμήθεια.)

Αν και ο Αγάρ με την Τσιλέρ παραιτήθηκαν μετά το σκάνδαλο, σε κανέναν δεν αποδόθηκε κάποια κατασταλτική ποινή. Ο Αγάρ επανεκλέχθηκε τελικά στο Κοινοβούλιο (ως αρχηγός του Κόμματος του Ορθού Δρόμου, DYP), ενώ ο μοναδικός επιζήσας του αυτοκινητιστικού δυστυχήματος, ο οπλαρχηγός Σεντάτ Μπουτζάκ (Sedat Bucak), αφέθηκε ελεύθερος. Ουσιαστικά, οι δράστες ξέφυγαν από τη δικαιοσύνη.

Έγιναν ορισμένες μεταρρυθμίσεις: π.χ. η υπηρεσία πληροφοριών αναδιαρθρώθηκε για να τερματιστεί η εσωτερική διαμάχη (με το τμήμα του Εϊμούρ εντελώς διαλυμένο).

Ορισμένοι θεωρούν ότι το σκάνδαλο μπόρεσε να αποκαλυφθεί όταν αποσπάσθηκε ο έλεγχος της MİT από τη στρατιωτική ηγεσία το 1992.

Ποιος είναι ποιος

 Μεχμέτ Αγάρ (Mehmet Ağar): Υπουργός Εσωτερικών, Αρχηγός της Αστυνομίας μέχρι το Μάρτιο του 1995.

 Σεντάτ Μπουτζάκ (Sedat Bucak): Βουλευτής του Κόμματος του Ορθού Δρόμου (DYP) της Σανλιουρφά (Şanlıurfa), αρχηγός μιας φατριάς φρούρησης που αριθμούσε δύναμη 20.000 ατόμων στο Σιβερέκ (Siverek).

 Αμπντουλάχ Τσατλί (Abdullah Çatlı): Αρχηγός των Γκρίζων Λύκων, δολοφόνος επί πληρωμή των Κontrgerilla.

 Αϊχάν Τσαρκίν (Ayhan Çarkın): Εξέχον μέλος του Τμήματος Ειδικού Πολέμου της αστυνομίας (τουρκ.: Özel Harekât Dairesi, ÖHD). Προσωπικά υπεύθυνος για 1.000 θανάτους.

 Τανσού Τσιλέρ (Tansu Çiller): Αναπληρώτρια πρωθυπουργός, πρόεδρος του DYP.

 Κορκούτ Εκέν (Korkut Eken): Εμπειρογνώμων ειδικού πολέμου. Συνεργάστηκε τόσο με την MİT όσο και με το ÖHD. Στρατολόγησε Κούρδους πολιτοφύλακες για την καταπολέμηση του PKK στις αρχές της δεκαετίας του '90.

 Μεχμέτ Εϊμούρ (Mehmet Eymür): Αρχηγός του Αντιτρομοκρατικού Τμήματος της MİT.

 Λαζίμ Εσμαεϊλί (Lazım Esmaeili) και Ασκάρ Σιμίτκο (Askar Simitko): Ιρανοί πράκτορες της MİT.

 Ντογάν Γκιουρές (Doğan Güreş): Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου (Δεκέμβριος 1990 – Αύγουστος 1994).

 Χουσεΐν Κοτζαντάγ (Hüseyin Kocadağ): Επικεφαλής της αστυνομικής σχολής της Ισταμπούλ. Πρώην επικεφαλής του Τμήματος Ειδικού Πολέμου.

 Τέομαν Κομάν (Teoman Koman): Διοικητής της Χωροφυλακής (κάτω από την οποία λειτουργεί και η JİTEM).

 Σονμέζ Κοκσάλ (Sönmez Köksal): Υπογραμματέας της MİT.

 Ιμπραΐμ Σαχίν (İbrahim Şahin): Αναπληρωτής επικεφαλής του ÖHD.

 Γκοντζά Ους (Gonca Us): ερωμένη του Ταστλί, πρώην βασίλισσα ομορφιάς.

 

Από τα 59 άτομα που κατονομάζονται στην τρίτη έκθεση της MİT, τα 17 ήταν νεκρά από τη στιγμή που η έκθεση δημοσιεύτηκε. Μεταξύ αυτών είναι 4 πολιτικοί, 4 επιχειρηματίες, 14 εθνικιστές που σχετίζονταν με τη μαφία, 5 άτομα από το στρατιωτικό προσωπικό, 13 άτομα από το προσωπικό ασφαλείας, 4 άτομα από το προσωπικό της MİT, και 8 λαθρέμποροι ναρκωτικών που επίσης είχαν σχέσεις με τη μαφία.

Παρασκήνιο

Σύγκρουση Τουρκίας – PKK

Ο προσπάθειες για την καταπολέμηση του Κουρδικού Εργατικού Κόμματος (PKK) έφτασε σε κορύφωση στις αρχές της δεκαετίας του '90. Το PKK ήθελε να διακηρύξει ανεξαρτησία το αργότερο μέχρι το 1994, με αποσχιζόμενο κράτος στην περιοχή Σιρνάκ (Şırnak). Το PKK έλεγχε ουσιαστικά τις πόλεις του Σιρνάκ και του Τζιζρέ (Cizre) από τα κρησφύγετά του στα βουνά Τζουντί (Cudi), Γκαμπάρ (Gabar), και Ναμάζ (Namaz). Ο στρατός αποφάσισε ότι οποιοσδήποτε αποφάσιζε να πολεμήσει το PKK -όχι μόνο ο στρατός, αλλά και η αστυνομία, η μαφία, αντίθετες κούρδικες ομάδες κλπ.- θα έπρεπε να κάνει μια συντονισμένη προσπάθεια. Συντάχθηκε η ''Στρατηγική του 1993''. Ζητούμενα ήταν η στοχοποίηση ατόμων ύποπτων για χρηματοδότηση του PKK, η προληπτική σύλληψη μελών του PKK χρησιμοποιώντας ειδικές δυνάμεις, ο συνολικός ψυχολογικός πόλεμος, και η αναδιοργάνωση της απογραφής του στρατού.

Η πρόταση που τέθηκε ενώπιον του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας αρχικά απορρίφθηκε. Αξιοσημείωτοι δυσφημιστές της ήταν ο πρόεδρος Τουργκούτ Οζάλ και ο στρατηγός Εσρέφ Μπιτλίς, που τάχθηκαν υπέρ μιας ειρηνικής λύσης. Και οι δύο πέθαναν το 1993. Ο Μπιτλίς σκοτώθηκε σε αεροπορικό δυστύχημα που προκλήθηκε από σαμποτάζ, ενώ ο Οζάλ υποτίθεται ότι πέθανε από καρδιακή προσβολή. Ο λόγος της Τσιλέρ έγινε πιο επιθετικός μετά από αυτή την περίοδο.

Με την αντιπολίτευση παραγκωνισμένη, το σχέδιο εφαρμόστηκε έχοντας στο πηδάλιο των στρατιωτικών επιχειρήσεων τον αντιστράτηγο Χασάν Κουντακτσί (Hasan Kundakçı). Επαγγελματίες δολοφόνοι όπως ο Αμπντουλάχ Τσατλί και ο Αλαατίν Τσακιτζί (Alaattin Çakıcı) έλαβαν μέρος, μαζί με 2.500 – 5.000 μέλη των ειδικών δυνάμεων. Πολλοί από αυτούς τους άντρες αποσπάστηκαν από τις τάξεις των παράνομων Κontrgerilla, από το τουρκικό παρακλάδι της Επιχείρησης Γκλάντιο (Gladio). Οι Κontrgerilla συστάθηκαν αρχικά για να προετοιμάσουν το έδαφος της ανατροπής μιας πιθανής εισβολής, αποτέλεσμα του Συμφώνου της Βαρσοβίας. Ωστόσο, μετά την πτώση της ΕΣΣΔ, οι Κontrgerilla χρησιμοποιήθηκαν για να πολεμήσουν το PKK.

Υπάρχουν ισχυρισμοί, ότι κατά την περίοδο αυτή, μια αντιπροσωπία συμπεριλαμβανομένης της Τσίλερ, του Ντεμιρέλ (Demirel), του Χουσαμετίν Τζιντορούκ (Hüsamettin Cindoruk) (Πρόεδρος της Βουλής), του Αϊντίν Ιλτέρ (Aydin Ilter) (Γενικός Διοικητής της Χωροφυλακής), του Ναχίτ Μεντεσέ (Nahit Mentese) (Υπουργός Εσωτερικών), και του Αγάρ (ως αρχηγού της αστυνομίας), πραγματοποίησαν μια συνάντηση με δώδεκα αρχηγούς φυλών. Οι αξιωματικοί διαβεβαίωσαν αυτούς τους πολέμαρχους, γνωστούς για κατοχή βεβαρημένων ποινικών μητρώων, ότι το κράτος θα τους εφοδίαζε με ό,τι όπλα ήταν απαραίτητα προκειμένω να πολεμήσουν το PKK. Οι πολέμαρχοι ζήτησαν πολυβόλα MG-3, ρουκετοβόλα, φλογοβόλα, οβιδοβόλα, και αστυνομικά τανκ. Τα δύο τελευταία αιτήματα δεν έγιναν δεκτά, και τα αντιστάθμισαν αυξάνοντας τους μισθούς των φρουρών των χωριών (της πολιτοφυλακής) απασχολούμενων από τους πολέμαρχους.

Το Σεπτέμβρη το 1993, ο Αγάρ, ο Εκέν, ο Σαχίν, ο Ερτουγρούλ Ογκάν (Ertuğrul Ogan) και ο διακινητής όπλων Ερτάτς Τινάρ (Ertaç Tinar), ταξίδεψαν στο Ισραήλ μέσω Ζυρίχης. Ο Αγάρ ήρθε σε επαφή με ανώτερα στελέχη των υπηρεσιών πληροφοριών του Ισραήλ. Μετά από διαπραγματεύσεις, ο Εκέν παρέλαβε όπλα αξίας 50 εκατομμυρίων δολαρίων (αν και μόνο τα μισά πληρώθηκαν) από το ÖHD. Στα χαρτιά, τα όπλα φαινόταν να είναι δωρεά από την εταιρία του Τινάρ, Hospro. Κάποια από αυτά αργότερα χάθηκαν: 10 Micro Uzi των 9 χιλιοστών, 10 Super MG, 10 περίστροφα Beretta διαμετρήματος 22 με σιγαστήρα, και ένας εκτοξευτήρας ρουκετών AL 50Hv. Τρεις από τις Beretta βρέθηκαν στο δυστύχημα του Σουσουρλούκ. Μια δικαστική έρευνα ξεκίνησε εναντίον του αναπληρωτή προέδρου του ÖHD, Ιμπραΐμ Σαχίν, αλλά μετά από χτύπημα σε τροχαίο δυστύχημα που υπέστη, ισχυρίστηκε ότι έχασε τη μνήμη του.

Στις 3 Νοεμβρίου 1994, η Τσίλερ, ο Κοκσάλ, ο Εϊμούρ, και ο Αγάρ έφυγαν για το Ισραήλ προκειμένω να ιδρύσουν ένα συμφωνητικό συνεργασίας για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και την ανταλλαγή πληροφοριών. Η Τσίλερ και ο Αγάρ -όχι οι αξιωματικοί της MİT- μίλησαν κατ' ιδίαν με αξιωματούχους της MOSSAD σχετικά με τον εξοπλισμό που χρειάζονταν για την αιχμαλώτιση του Οτζαλάν (Öcalan), που βρισκόταν στη Συρία. Μια πλούσια συλλογή δολοφονικών όπλων παραδόθηκαν στο ÖHD στις 15 Νοεμβρίου, συμπεριλαμβανομένων 2 τηλεσκοπικών τουφεκιών Beretta διαμετρήματος 12.7, 8 επαναληπτικών καραμπίνων, 280 αυτομάτων Uzi, 20 τουφεκιών Galli των 7.62 χιλιοστών, 100 σιγαστήρων, 145 τηλεσκοπικών τουφεκιών. Ο Τζαν Ντουντάρ (Can Dündar) ισχυρίζεται ότι τα όπλα χρησιμοποιήθηκαν για πολιτικούς σκοπούς, άλλους από τη δολοφονία του Οτζαλάν.

Ο πρόεδρος του Εργατικού Κόμματος, Ντογού Περιντσέκ, ισχυρίστηκε ότι η ''δικτατορία Μαφίας – Γκλάντιο'' ήταν υποδεέστερη της Τσίλερ και του Αγάρ.

Ο εμπειρογνώμονας στο τομέα των πληροφοριών, Μαχίρ Καϊνάκ, δήλωσε ότι η συμμορία του Αγάρ είχε σα στόχο να δημιουργήσει ένα κράτος εν κράτει, πλήρες στη σκιά ενός στρατού (το σύστημα φρούρησης των χωριών), και με υπηρεσία πληροφοριών, στο εσωτερικό της αστυνομίας. Η MİT εξολόθρευσε τη συμμορία σε ένα τροχαίο που έκανε να φανεί σαν ατύχημα.

Αίτια του Σκανδάλου

Σύμφωνα με τον Εϊμούρ, το σκάνδαλο Σουσουρλούκ τέθηκε σε κίνηση από τους φόνους που σχετίζονταν με το εμπόριο των ναρκωτικών δύο Ιρανών, του Ασκάρ Σιμίτκο και του Λαζίμ Εσμαεϊλί το 1995. Ο Σιμίτκο και ο Εσμαεϊλί ήταν μυστικοί πράκτορες της MİT, εργαζόμενοι μέσα στη SAVAMA. Ωστόσο, η MİT δεν είχε λάβει γνώση για το λαθρεμπόριο ναρκωτικών, που είχε ως αποτέλεσμα το θάνατό τους, λόγω παράλειψης πληρωμής ενός ''φορτίου''.

Το σκάνδαλο ξεσκεπάστηκε ύστερα από το μοιραίο ατύχημα στο Σουσουρλούκ ενός αυτοκινήτου, το οποίο μετέφερε τον Αμπντουλάχ Τσατλί, το Σεντάτ Μπουτζάκ, το Χουσεΐν Κοτζαντάγ, και την Γκοντζά Ους. Οι επιβαίνοντες έμεναν σε ένα ξενοδοχείο μαζί με τον Μαχμέτ Αγάρ. Σύμφωνα με το σχέδιο δολοφονίας, ήταν να σκοτωθεί και ο Αγάρ. Ωστόσο, προειδοποιήθηκε από τον Σαμί Χοστάν (Sami Hoştan) και έμεινε στο ξενοδοχείο λέγοντας στους υπόλοιπους να φύγουν χωρίς αυτόν.

Η έκθεση του εισαγγελέα αναφέρει ότι οι επιβάτες στο αυτοκίνητο ήταν καθ' οδόν για να καταστρώσουν και αυτοί τα σχέδια για μια δολοφονία.

Ο Πόλεμος του Τουρφ (Turf)

Το ξεκίνημα του πολέμου του Τουρφ εντοπίζεται στις πράξεις αντιποίνων κατά τη δεκαετία του '80 ενάντια στη μαχητική αρμένικη οργάνωση ASALA. Ο πρώην πρόεδρος Κενάν Εβρέν (Kenan Evren) διέταξε την MİT να οργανώσει μια μονάδα ειδικών δυνάμεων με επικεφαλή τον Τσατλί προκειμένω να επιτεθεί σε μέλη της ASALA και του PKK. Ο Αναπληρωτής Περιφερειακός Διευθυντής της MİT, Μετίν Γκιουνγιόλ (Metin Günyol), σχημάτισε την ομάδα, αποτελούμενη από τον Τσατλί (γνωστός ως Μεχμέτ Σαρόλ(Mehmet Sarol)), τον Οράλ Τσελίκ (Oral Çelik) (Ατίλα Τσελίκ (Atilla Çelik)) και το Μεχμέτ Σενέρ (Mehmet Şener) (Ντουρμούς Ουνουτμάζ (Durmuş Unutmaz)). Στους υπόλοιπους που συμμετείχαν συμπεριλαμβάνονταν οι πρώην αρχηγοί εθνικιστικών συλλόγων Ramiz Ongun, Enver Tortaş, Tevfik Esensoy, Bedri Ateş (Uğur Özgöbek), Rıfat Yıldırım, Türkmen Onur και Üzeyir Bayraklı.

Μετά τις επιχειρήσεις, ο Τσατλί αποστασιοποιήθηκε από την MİT για να συμμετάσχει σε εγκληματικές δραστηριότητες για προσωπικό του όφελος. Εισχώρησε στην αστυνομική υπηρεσία, με επικεφαλή το Μεχμέτ Αγάρ. Με την ίδρυση της Αντιτρομοκρατικής Υπηρεσίας στην MİT το 1996, ο Τσατλί άρχισε να αντιμετωπίζεται σαν ανταγωνιστής.

Ο Φικρί Σαγλάρ (Fikri Sağlar) του Ρεπουμπλικανικού Δημοκρατικού Κόμματος (CHP) ισχυρίζεται ότι ο αρχηγός του επιτελείου στρατού, Ντογάν Γκιουρές, ήταν πίσω από μεγάλο μέρος του σχεδιασμού που οδήγησε στον Πόλεμο του Τουρφ, μεταξύ της MİT και της αστυνομικής υπηρεσίας. (Αφού ο Γκιουρές παραιτήθηκε από το στρατό τον Αύγουστο του 1994, έγινε μέλος του κόμματος της Τσιλέρ DYP.) Ο Σαγλάρ ισχυρίζεται ότι ο Γκιουρές πρότεινε το διορισμό του Νουρί Γκιουντές (Nuri Gündeş) ως υπογραμματέα της MİT, αλλά το γραφείο του προέδρου αρνήθηκε, οπότε η Τσιλέρ έβαλε τον Γκιουντές να δημιουργήσει μια ξεχωριστή υπηρεσία πληροφοριών, το Αρχηγείο Δημόσιας Ασφάλειας (τουρκ.: Kamu Güvenlik Başkanlığı,περιέργως με αρτικόλλεξο KGB). Μόλις άρχισαν οι φήμες ότι η KGB εμπλέκεται σε ανούσιες δραστηριότητες, ο πρόεδρος Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ (Süleyman Demirel) έβαλε να διαλυθεί. Η MİT αμύνθηκε ενάντια στον Αγάρ και τον Γκιουντές διορίζοντας τον αντίπαλό τους, Μεχμέτ Εϊμουρ, ο οποίος είχε ρίξει λάσπη στους άλλους δύο σε μια αναφορά το 1987. Για να μη μείνει με σταυρωμένα τα χέρια, ο Αγάρ προσέλαβε τον Κορκούτ Εκέν, που γνώριζε πράγματα σχετικά με τον Εϊμούρ. Το σκάνδαλο ξέσπασε μόνο εξαιτίας της ανικανότητας της Τσιλέρ, δήλωσε ο Σαγλάρ.

Μαφίες

Ο αναπληρωτής πρόεδρος της ANAP, Γιασάρ Οκουγιάν (Yaşar Okuyan), υπολόγισε τα έσοδα της μαφίας (ετησίως, σε τρις τούρκικων λιρών) ως εξής: 500 (ναρκωτικά), 200 (τζόγος), 300 (ξέπλυμμα χρημάτων). Το σύνολο είναι ισοδύναμο με χρήματα μαύρης αγοράς ύψους 3,5 δις δολαρίων το χρόνο.

Τρεις από τις πιο γνωστές συμμορίες αναμεμιγμένες με σκάνδαλα ήταν η Συμμορία Κοτζαελί (Χαντί Οζτζάν (Hadi Özcan)), η Συμμορία Σοϊλεμέζ (Söylemez) και η Συμμορία Γιουκσέκοβα (Yüksekova ).

Μια μαφιώζικη συμμορία υπό την αρχηγία των αδερφών Σοϊλεμεζ ,αποτελούμενη από αξιωματικούς της αστυνομίας και του στρατού, ανακαλύφθηκε το καλοκαίρι του 1996. Αρχηγός της συμμορίας ήταν ο αξιωματικός ελικοπτέρων Φαϊσάλ Σοϊλεμέζ (Faysal Söylemez), και μεταξύ των κορυφαίων αξιωματούχων που συμμετείχαν, ήταν ο πρώην αναπληρωτής αρχηγός της Αστυνομίας της Ισταμπούλ, Ντενίζ Γκοκτσετίν (Deniz Gökçetin), και ο πρών διευθυντής του υποκαταστήματος Ασφαλείας της Ισταμπούλ, Σεντάτ Ντεμίρ (Sedat Demir). Σύμφωνα με κυβερνητικές εκθέσεις, η Συμμορία Σοϊλεμέζ είχε όπλα, 186.500 γερμανικά μάρκα και 155.200.000 τούρκικες λίρες.

Η Συμμορία των Αδερφών Σοϊλεμέζ σχεδίαζε να κάνει επιδρομή στο αρχηγείο την φατριάς Μπουτζάκ στο Σιβερέκ (Siverek) της Ούρφα (Urfa), επικεφαλής της οποίας ήταν το μέλος του DYP και του κοινοβουλίου Σεντάτ Μπουτζάκ, ο μόνος επιζήσας του δυστυχήματος. Η βεντέτα μεταξύ των συμμοριών Μπουτζάκ και Σοϊλεμέζ υποτίθεται ότι βασιζόταν στον έλεγχο του λαθρεμπορίου όπλων και ναρκωτικών στην Τουρκία, ειδικότερα στο νοτιοανατολικό της τμήμα.

Λαθρεμπόριο Ναρκωτικών

Σύμφωνα με την Ιντερπόλ, "η Τουρκία είναι μια μεγάλη περιοχή ανασυγκρότησης και πέρασμα μεταφοράς ηρωίνης που προορίζεται για τις ευρωπαϊκές αγορές". Η Υπηρεσία Καταπολέμησης Ναρκωτικών των ΗΠΑ εκτίμησε ότι ο όγκος διακινούμενης ηρωίνης της Τουρκίας το 1997 ήταν 4-6 τόνοι/μήνα.

Το μήλο της έριδος των συμμοριών του Σουσουρλούκ ήταν το ευρωπαϊκό σκέλος της διαδρομής μεταφοράς της ηρωίνης , που περνούσε μέσω Τουρκίας. Το ένα πέμπτο των μαύρων χρημάτων αξιοποιείται από τη συμμορία ως "προμήθεια": μια αγορά της τάξης των 80 δις δολαρίων. Σύμφωνα με τον Ντογού Περιντσέκ (Doğu Perinçek), το δέλεαρ της ηρωίνης αποδείχτηκε ακαταμάχητο για το κράτος, το οποίο υπέστη ζημιά 40-50 δις δολαρίων από τις εμπορευματικές συναλλαγές με το Ιράκ λόγω του εμπάργκο των Η.Ε. και του Πολέμου του Κόλπου.

Αρχηγός του μεγαλύτερου καρτέλ ναρκωτικών ήταν ο Χουσεΐν Μπαϊμπασίν (Hüseyin Baybaşin). Η Εθνική Υπηρεσία Καταπολέμησης του Εγκλήματος (NCS) του Ηνωμένου Βασιλείου εκτίμησε ότι το 90% της ηρωίνης στο Η.Β. (25-35 τόνοι ετησίως στα τέλη της δεκαετίας του '90) ήταν υπό τον έλεγχο του Μπαϊμπασίν μέχρι το 2002, όπου σημειώθηκαν αιματηρά επεισόδια και τα "έσπασε" με τους συνεταίρους του από το PKK. Εγκαταστάθηκε στο Η.Β., αφού έγινε πληροφοριοδότης για το γραφείο της Διοίκηση των Τελωνίων και Ειδικών Φόρων για να αποκαλύψει αυτά που ήξερε, σαν κάποιος που ταξίδευε με διπλωματικό διαβατήριο, σχετικά με τη συμμετοχή ανώτερων πολιτικών και αξιωματούχων της Τουρκίας στη διακίνηση ηρωίνης.

Ο Μπαϊμπασίν υποστήριζε ότι ο σημαντικότερος επίσημος ανώτερος κρατικός υπάλληλος που συμμετείχε στον έλεγχο του εμπορίου ηρωίνης, ήταν ο Σουκρού Μπαλτζί (Şükrü Balcı), ο οποίος ήταν τότε αρχηγός της αστυνομίας της Ισταμπούλ.

Μετά από κάθε (τραπεζική) συναλλαγή, σίγουρα τα μισά χρήματα θα πήγαιναν στο κράτος. Για εμάς ήταν σαν ένας φόρος σε αντάλλαγμα για την προστασία που είχαμε από όλες τις μεριές. Αν τα χρήματα κατάσχονταν ή μας συνελάμβαναν, οι επαφές μας στην κυβέρνηση θα ερχόντουσαν να μας πάρουν και να πουν ότι εργαζόμαστε για το κράτος. Ακόμα και στην Ευρώπη μας προστάτευαν. Όταν έκανα το δεύτερο ταξίδι μου στην Ευρώπη εκείνο το χρόνο, διαπίστωσα, με τα ίδια μου τα μάτια, ότι όλα τα προξενεία ήταν στο κόλπο. Σε κάθε προξενείο, υπήρχε ένας υπάλληλος, στον οποίο είχαν επισήμως αναθέσει την ίδρυση πολιτιστικών κέντρων και τούρκικων σχολείων για παράδειγμα, και εμείς θα κάναμε χρηματικές δωρεές σε αυτά. Ο Τούρκικος Πολιτιστικός Σύλλογος ήταν ολοκληρωτικά χρηματοδοτούμενος από χρήματα του εμπορίου ναρκωτικών.

—Hüseyin Baybaşin , Bovenkerk and Yeşilgöz, 1998

Άλλο ένα ναρκωτικό που διακινούνταν σε σημαντικές ποσότητες ήταν το Κάπταγκον (Captagon). Ένας διακινητής ήταν και ο Μεχμέτ Αλί Γιαπράκ του Γκαζιαντέπ. Ο Γιαπράκ ήταν φαινομενικά ένας επιχειρηματίας, κάτοχος ενός τηλεοπτικού καναλιού (Yaprak TV), ενός ραδιοφωνικού σταθμού, και μιας τουριστικής εταιρίας (Hidayet Turizm). Ωστόσο, ηγούνταν επίσης μιας τρομερής συμμορίας που εισήγαγε λαθραία Captagon μέσω Συρίας και Σαουδικής Αραβίας, σύμφωνα με την έκθεση της MİT. Η τουριστική εταιρία του διευκόλυνε τη διακίνηση. Η έκθεση αναφέρει ότι ο Γιαπράκ δώρισε 500 δις τούρκικες λίρες για να υποστηρίξει την πολιτική εκστρατεία του Αγάρ με το DYP. Μόλις έμαθε για την περιουσία του Γιαπράκ, ο Τσατλί και μια ομάδα 6-7 ατόμων ντυμένων με αστυνομικές στολές τον απήγαγαν στις 25 Μαΐου 1996, και τον μετέφεραν σε ένα σπίτι στο Σιβερέκ που ανήκε στη φατρία Μπουτζάκ. Η απαγωγή, με κίνητρο την επιθυμία να μάθουν από πού έρχεται το Captagon και να ξεμπλέξουν τον Τοπάλ (Topal), σχεδιάστηκε από την αστυνομία στην Άγκυρα. Ο Γιαπράκ πλήρωσε 10 εκατομμύρια γερμανικά μάρκα για τα λύτρα, αλλά ο Τσατλί και οι συνέταιροί του απαγωγείς, έλαβαν μόνο ένα μικρό μερίδιο από αυτά. Όταν συνειδητοποίησαν ότι εξαπατήθηκαν, τσακώθηκαν με τους αρχηγούς τους στην Άγκυρα. Απήγαγαν τότε για δεύτερη φορά τον Γιαπράκ και τον ανέκριναν, στέλνοντας ένα αντίγραφο της κασέτας με τη μαγνητοφώνηση της ανάκρισης στον Μπουτζάκ, και άλλο ένα στον Εϊμούρ, μέσω του πράκτορα της MİT Μουφίτ Σεμέντ (Müfit Sement). Χρησιμοποιώντας τις κασέτες, ο Τσατλί κατάφερε να κλείσει μια συμφωνία με την Άγκυρα.

Μετά τη σύλληψη του Τοπάλ, ο φίλος του Χαλούκ Κοράλ (Haluk Koral) φώναξε τον Εϊμούρ για βοήθεια. Ο Τοπάλ είχε επίσης απαχθεί νωρίτερα από τον επικεφαλή της αστυνομίας Ιμπραΐμ Σαχίν.

Ο Γιαπράκ καταδικάστηκε το 1997 για συμμετοχή στη δολοφονία του δικηγόρου του Γκαζιαντέπ (Gaziantep) Μπουρχάν Βελί Τορούν (Burhan Veli Torun), και αφέθηκε ελεύθερος λόγω ενός νόμου αμνηστίας (τουρκ.: Şartlı Salıverilme Yasası). Το 2002, φυλακίστηκε εκ νέου, αφού βρέθηκαν στην κατοχή του 5 εκατομμύρια χάπια Captagon. Πέθανε στη φυλακή τον Ιανουάριο του 2004.

Μια αγορά στη πόλη Λιτζέ της νοτιοανατολικής Τουρκίας καταστράφηκε από πυρκαγιά. Ο αναπληρωτής Φικρί Σαγλάρ (Fikri Sağlar) ισχυρίστηκε ότι το Λιτζέ ήταν κέντρο επεξεργασίας ναρκωτικών, και ότι το εργοστάσιο μεταφέρθηκε στο Ελαζίγ.

Τζόγος και Ξέπλυμα Χρημάτων

Τα έσοδα από τα ναρκωτικά εισήλθαν στην αγορά μέσω των καζίνο.

Ο “βασιλιάς των καζίνο” Ομέρ Λουτφού Τοπάλ (Ömer Lütfü Topal) ήταν ένα από τα πρόσωπα κλειδιά σε αυτή την πτυχή του σκανδάλου.

Ένας διάσημος δημοσιογράφος έγραψε, ότι πολλές, άλλοτε άσημες, προσωπικότητες έγιναν μεγάλοι πολιτικοί αφού εισήλθαν στην επιχείρηση ξεπλύματος χρημάτων, γιατί τα πολιτικά κόμματα ήταν βαθιά μπλεγμένα σε αυτήν (για να χρηματοδοτήσουν τις εκστρατείες τους).

Σε απάντηση προς τη δημόσια κατακραυγή, ψηφίστηκε νομοθεσία κατά του ξεπλύματος χρημάτων το 1996, και κανονισμοί για την εφαρμογή του τέθηκαν σε λειτουργία τον επόμενο χρόνο.

Εξωδικαστικές Εκτελέσεις

Η πρωθυπουργός Τσιλέρ ενέκρινε τη θανάτωση επιχειρηματιών που ήταν ύποπτοι για δανεισμό οικονομικής υποστήριξης στο PKΚ.

Τα θύματα συμπεριλάμβαναν το ''βασιλιά των καζίνο'' Ομέρ Λουτφού Τοπάλ, τον Σαβάς Μπουλντάν (Savaş Buldan), και τον Μπεχτσέτ Τζαντούρκ (Behçet Cantürk).

Ο αρχηγός της αστυνομίας Αβτζί δήλωσε ότι οι συμμορίες άρχισαν να τρώγονται αφού οι υποτιθέμενοι χρηματοδότες του PKK, Μπεχτσέτ Τζαντούρκ και Σαβάς Μπουλντάν, δολοφονήθηκαν, μιας και οι συμμορίες είχαν ολοκληρώσει την αποστολή τους, να διαλύσουν τα οικονομικά θεμέλια του PKK.

Το Τμήμα Ειδικού Πολέμου (τουρκ.: Özel Harekat Dairesi, ÖHD) της αστυνομικής δύναμης θεωρήθηκε υπεύθυνο για κάποιες από τις παράνομες δολοφονίες. Η Νουράν Γιορουλμάζ (Nuran Yorulmaz), μητέρα ενός από τους κατάδικους του Σουσουρλούκ, έκανε πρόσφατα δημόσιες δηλώσεις, και είπε ότι ο Βελί Κιουτσούκ (Veli Küçük) διέταξε το γιο της, Ογούζ (Oğuz) (του ÖHD), να σκοτώσει 100 περίπου άτομα. Ο Ογούζ Γιορουλμάζ σκοτώθηκε στις 29 Μαΐου μέσα σε ένα μπαρ.

Ο ταξίαρχος Βελί Κιουτσούκ, που ήταν Περιφερειακός Διοικητής της Χωρφυλακής του Γκιρεσούν, ήταν, σύμφωνα με κοινοβουλευτική έκθεση, ο επικεφαλής της μυστικής πτέρυγας αντιτρομοκρατίας και πληροφοριών της χωροφυλακής, JİTEM. Ο Κιουτσούκ αρνείται την ύπαρξη της JİTEM μέχρι και σήμερα, αν και υπάρχουν πολυάριθμες αποδείξεις για το αντίθετο.

Σχέδιο Πραξικοπήματος Αζερμπαϊτζάν (Azerbaijan)

Η συμμορία της πρωθυπουργού σχεδίαζε να ανατρέψει τον πρόεδρο του Αζερμπαϊτζάν, Χαϊντάρ Αλίγιεβ (Haydar Aliyev), στις 13-17 Μαρτίου 1995. Σύμφωνα με έκθεση της MİT, η πρωθυπουργός Τσιλέρ έδωσε στον υπουργό Αϊβάζ Γκοκντεμίρ (Ayvaz Gökdemir), στο αρχηγό της αστυνομίας Αγάρ, στον Ιμπραΐμ Σαχίν, και στον Κορκούτ Εκέν, το πράσινο φως να τοποθετήσουν στη θέση του προέδρου τον Εμπουλφεγιούζ Ελτσιμπέι (Ebulfeyz Elçibey).

Μια ομάδα ατόμων, συμπεριλαμβανομένων των, Κορκούτ Εκέν (MİT), Ιμπραΐμ Σαχίν (Διοίκηση Ειδικών Δυνάμεων), Αμπντουλάχ Τσατλί (δολοφόνος επί πληρωμή) και Αϊχάν Τσαρκίν (ειδικές δυνάμεις), ταξίδεψαν στο Αζερμπαϊτζάν στις 12 Δεκεμβρίου 1994, προκειμένω να εκπαιδεύσουν μια μονάδα 60 ΟΜΟΝ (Αστυνομική Μονάδα Ειδικών Σκοπών) αξιωματικών της αστυνομίας για το πραξικόπημα. Προσκλήθηκαν από το Διοικητή της OMON, Ροβσχάν Ζαβάντωφ (Rovshan Javadov), που αποστάτησε από την KGB και πήγε στη CIA, ο οποίος και κατηύθυνε επίσης ένα αποτυχημένο πραξικόπημα. Η KGB/FSB και η CIA παρακολουθούσαν στενά τα γεγονότα.

Το πραξικόπημα ματαιώθηκε όταν η MİT ενημέρωσε στις 10 Μαρτίου 1995 τον Πρόεδρο Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ και αυτός κάλεσε τον Αλίγιεβ.

Ο Ελτσιμπέι ήταν ιδεολογικός σύμμαχος του Αλπαρσλάν Τουρκές (Alparslan Türkeş), που φιλοδοξούσε να δημιουργήσει ένα τούρκικο κράτος που θα εκτεινόταν σε ολόκληρη την περιοχή του Καυκάσου. Η υποστήριξη του Τουρκές στην απόπειρα του πραξικοπήματος προκάλεσε επίσης διπλωματική κρίση μεταξύ Τουρκίας και Αζερμπαϊτζάν, ενώ το τελευταίο ζήτησε επισήμως δήλωση που να διαψεύδει την ενότητα της έκθεσης, σχετικά με το πραξικόπημα που επιχείρησαν να επιβάλουν.

Η έκθεση του Σουσουρλούκ αναφέρει ότι οι επικεφαλείς σύμβουλοι της πρωθυπουργού Τσιλέρ, Ατζάκ Οκάν (Acar Okan) και Σουλεϊμάν Καμίλ Γιουτζεοράλ (Süleyman Kamil Yüceoral), εμπλέκονταν στην προσπάθεια πραξικοπήματος. Μέλος της Επιτροπής του Σουσουρλούκ, ο Φικρί Σαγλάρ, ισχυρίστηκε ότι σκοπός του πραξικοπήματος ήταν να εξασφαλιστεί η διαδρομή μεταφοράς των ναρκωτικών, που ξεκινούσε από το Αφγανιστάν. Ο Σαγλάρ επεσήμανε ότι ο Γιουτζεοράλ συμμετείχε στην πληρωμή του στρατηγού Ρασίντ Ντοστούμ στο Αφγανιστάν από το κεφάλαιο παράνομης κομματικής χρηματοδότησης.

Χρονοδιάγραμμα

3 Νοεμβρίου 1996

Ένα τροχαίο ατύχημα έλαβε χώρα στο Σουσουρλούκ κοντά στην πόλη του Μπαλικεσίρ, στο οποίο ο Αμπντουλάχ Τσατλί (πρώην ακροδεξιός μαχητής καταζητούμενος από την αστυνομία για πολλαπλούς φόνους και διακίνηση ναρκωτικών), ο Χουσεΐν Κοτζαντάγ (ανώτερος αξιωματούχος της αστυνομίας), και μια βασίλισσα ομορφιάς, σκοτώθηκαν, και ο Σεντάτ Μπουτζάκ (αναπληρωτής του Κοινοβούλιου του DYP) τραυματίστηκε. Το ατύχημα προκάλεσε πολιτικό σάλο και κάποιοι κατηγόρησαν, ότι το περιστατικό αυτό καταδεικνύει την παράνομη σχέση μεταξύ κρατικών αξιωματούχων και μαφίας.

8 Νοεμβρίου 1996

Ο Υπουργός Εσωτερικών Μεχμέτ Αγάρ, υποφέροντας κάτω από την πίεση της αντιπολίτευσης και μιας εκστρατείας ενημέρωσης ενάντια σε φερόμενους δεσμούς τις αστυνομίας με υποχθόνιους εγκληματίες μετά το αυτοκινητιστικό δυστύχημα στο Σουσουρλούκ, παραιτήθηκε και αντικαταστάθηκε αμέσως από τη Μεράλ Ακσενέρ (Meral Akşener), μια γυναίκα πολιτικό από το DYP.

12 Νοεμβρίου 1996

Το Κοινοβούλιο αποφάσισε να δημιουργηθεί μια εξεταστική επιτροπή για να διερευνήσει τους δεσμούς που αποκαλύφθηκαν στο ατύχημα του Σουσουρλούκ, μεταξύ ανώτερων αξιωματικών της αστυνομίας, αρχηγών του οργανωμένου εγκλήματος και πολιτικών.

22 Νοεμβρίου 1996

Ο Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ, τότε Πρωθυπουργός της Τουρκίας, κάλεσε τους αρχηγούς των κομμάτων σε συνάντηση στρογγυλής τραπέζης, για να αποφασίσουν συναινετικά τη μέθοδο έρευνας για τις υποτιθέμενες συνδέσεις κράτους-μαφίας, που ήρθαν στο φως με το ξέσπασμα του σκανδάλου του Σουσουρλούκ.

5 Δεκεμβρίου 1996

Η πρόσφατα διορισμένη Υπουργός Εσωτερικών, Ακσενέρ, εξήγησε ότι απάλλαξε από τις υπηρεσίες τους, τον Αρχηγό της Αστυνομίας της Ισταμπούλ Κεμάλ Γιαζιτζίογλου και κάμποσα μέλη της Ειδικής Ομάδας. Επιπλέον, απαλλάχθηκε και ο εν ενεργεία Αρχηγός του Τμήματος Ασφαλείας της Αστυνομίας Χανεφί Αβτζί (Hanefi Avci).

11 Δεκεμβρίου 1996

Ο Αγάρ και ο Μουτζάκ έχασαν την ασυλία τους σε ψηφοφορία γενικής συνέλευσης του Κοινοβουλίου.

10 Ιανουαρίου 1997

Η Κοινοβουλευτική Εξεταστική Επιτροπή, που συστάθηκε μετά το ατύχημα, ακροάζεται 41 άτομα, μεταξύ των οποίων ήταν ο Μπουτζάκ και ο Αγάρ, ως μάρτυρες. Αργότερα, ο πρόεδρος της Επιτροπής Μεχμέτ Ελκατμίς (Mehmet Elkatmis) φέρεται να δήλωσε, ''μπερδεύτηκα''.

13 Ιανουαρίου 1997

Το Δικαστήριο Κρατικής Ασφαλείας (DGM) της Ισταμπούλ έβαλε να συλλάβουν τα μέλη του ÖHD, Τζαρκίν, Ερσόι και Γιορουλμάζ.

14 Ιανουαρίου 1997

Ο οδηγός του Σεντάτ Μπουτζάκ, Αμπντουλγκανί Κιζιλκαγιά (Abdulgani Kizilkaya), ο Μουσταφά Αλτουνόκ (Mustafa Altunok) και ο Ενβέρ Ουλού (Enver Ulu) συνελήφθησαν σε σχέση με το συμβάν στο Σουσουρλούκ.

23 Ιανουαρίου 1997

Φωτογραφίες, που εμφανίζουν τον Αμπντουλάχ Τσατλί, έναν από αυτούς που σκοτώθηκαν στο Σουσουρλούκ και που καταζητούντο για φόνο, μαζί με μέλη της Ειδικής Ομάδας, δημοσιεύτηκαν σε μια εφημερίδα. Αυτά τα ιστορικά γεγονότα ήταν αποδεικτικά στοιχεία των σχέσεων μεταξύ αστυνομίας και παράνομων φυγάδων.

11 Μαρτίου 1997

Ο επικεφαλής του Τμήματος Ειδικού Πολέμου Ιμπραΐμ Σαχίν συνελήφθη. Τοποθετήθηκε στη φυλακή Μετρίς (Metris) μαζί με μέλη της Ειδικής Ομάδας.

26 Μαΐου 1997

Ο οδηγός του φορτηγού που συγκρούστηκε στο Σουσουρλούκ, Χασάν Γκοκτζέ, καταδικάστηκε να πληρώσει τις ζημιές.

22 Ιουνίου 1997

Ο Γιασάρ Οζ και ο Αμπντουλγκανί Κιζιλκαγιά αφέθηκαν ελεύθεροι.

19 Σεπτεμβρίου 1997

Αστυνομικοί και πολιτικοί που κατηγορήθηκαν για το σκάνδαλο του Σουσουρλούκ απαλλάχθηκαν.

24 Νοεμβρίου 1997

Ο Πρόεδρος του Κόμματος της Μητέρας Πατρίδας (ANAP) Μεσούτ Γιλμάζ (Mesut Yilmaz) δέχτηκε επίθεση στη Βουδαπέστη, κατά την οποία έσπασε τη μύτη του. Υπάρχουν ισχυρισμοί ότι η επίθεση εναντίον του έγινε επειδή ασχολήθηκε με το σκάνδαλο του Σουσουρλούκ.

8 Δεκεμβρίου 1997

Ο δικαστής Ακμάν Ακγιουρέκ (Akman Akyurek), ο οποίος βοήθησε στην προετοιμασία των εγγράφων σχετικά με την υπόθεση Σουσουρλούκ και ερεύνησε την εγκληματική συμμορία και τη σχέση της με το κράτος, έγινε το θύμα αυτοκινητιστικού δυστυχήματος (όπως συνέβη και στο ίδιο το περιστατικό του Σουσουρλούκ).

6 Φεβρουαρίου 1998

Ο λαθρέμπορος ναρκωτικών Σαμί Χοστάν (Sami Hostan) συνελήφθη.

4 Μαΐου 1998

Ο Χοστάν αφέθηκε ελεύθερος

16 Αυγούστου 1998

Ο Τσακιτζί συνελήφθη στη Γαλλία.

Αυτοκινητιστικό Δυστύχημα

Το σκάνδαλο ξέσπασε, όταν μια Mercedes 600 SEL που ανήκε στον Μουτζάκ τράκαρε με ένα φορτηγό κοντά στο Τσαταλτζεβίζ, στο Σουσουρλούκ της επαρχίας Μπαλικεσίρ της Τουρκίας. Το τρακάρισμα έλαβε χώρα στις 3 Νοεμβρίου 1996, στις 19:25 περίπου.

Τα θύματα του ατυχήματος, μαζί με τον Υπουργό Εσωτερικών Μεχμέτ Αγάρ, έμεναν στο ξενοδοχείο Ονουρά (Onura Hotel) στο Κουσαντασί (Kuşadası). Ο Κοτζαντάγ, ο Τσατλί και η Ους σκοτώθηκαν ακαριαία, είτε σχεδόν ακαριαία. Ο Μπουτζάκ τη γλίτωσε με ένα σπασμένο πόδι και κατάγματα στο κρανίο.

Αποδεικτικά στοιχεία που κατασχέθηκαν από το σημείο του ατυχήματος υποδήλωναν ότι ο Τσατλί μετέφερε:

 διπλωματικά διαπιστευτήρια από τις τουρκικές αρχές.

 άδεια οπλοφορίας εγκεκριμένη από την κυβέρνηση.

 ένα πλαστό διαβατήριο με το όνομα Μεχμέτ Οζμπάι (Mehmet Özbay), το ίδιο ψευδόνυμο που χρησιμοποιούσε ο Μεχμέτ Αλί Αγτζά.

 πολυάριθμα πιστόλια Beretta των 9 χιλιοστών και Saddam (Beretta 92), ένα Beretta διαμετρήματος .22 με σιγαστήρα, και δύο υποπολυβόλα Heckler & Koch MP5.

 δύο συσκευές ηχητικής παρακολούθησης.

 μια κρυφή θήκη για ναρκωτικά.

 χιλιάδες αμερικάνικα δολάρια.

Σύμφωνα με ανώνυμο μάρτυρα της έρευνας Εργκένεκον του 2007, αρχικά όλοι επέζησαν του δυστυχήματος, το οποίο προκλήθηκε με τη μερική απενεργοποίηση των φρένων της Μερσεντές. Μια ομάδα τριών ατόμων έφτασε και έσπασε τους λαιμούς των Ους και Τσατλί. Ο Μπουτζάκ σώθηκε από τους φρουρούς του, οι οποίοι πήραν επίσης την τσάντα του από το πορτ-μπαγκάζ και φώναξαν τον Χαλούκ Κιρτζί από τους Γκρίζους Λύκους. Ένας από τους πρώτους ανθρώπους που επισκέφτηκαν το σημείο ήταν ο βασιλιάς της μαφίας Αλί Γιασάκ (Ali Yasak), κοινώς γνωστός ως "Ντρεζ Αλί" ("Drej Ali"), ο οποίος πήρε την τσάντα του Τσατλί από το αυτοκίνητο, σύμφωνα με τον Τουντζάι Γκιουνέι (Tuncay Güney). Ο Κιουτσούκ αρνείται τις κατηγορίες του Γκιουνέι, ότι ο Γιασάκ έδρασε με δικές του εντολές. Ένας εισαγγελέας από το Ιλγκίν (Ilgin) έκανε παρόμοιους ισχυρισμούς πριν από δέκα χρόνια.

Ο βαρώνος των ναρκωτικών Σαμί Χοστάν (Sami Hoştan) είπε ότι οι φύλακες του Μπουτζάκ ήταν ο Ερτζάν Ερσόι (Ercan Ersoy) και ο Αλί Φεβζί Μπιρ (Ali Fevzi Bir) (γνωστός ως ''Αλίτσο'' ("Aliço"). Οι φύλακες φώναξαν το Χοστάν, ο οποίος στη συνέχεια φώναξε το φίλο του Μπουτζάκ, Αμπντουλάχ Γκιζιλκαγιά (Abdülgani Gızılkaya) και τον Βελί Κιουτσούκ, γιατί υποτίθεται ότι το δυστύχημα συνέβη σε περιοχή δικαιοδοσίας της δικής του χωροφυλακής. Οδηγώντας προς το σημείο του δυστυχήματος, ο Χοστάν είδε τον Ντρεζ Αλί. Ο Χοστάν ισχυρίζεται ότι ο Μεχμέτ Εϊμούρ τηλεφώνησε, ενώ αυτός, ο Τσατλί και ο Μπουτζάκ ήταν καθ' οδόν, πριν το ατύχημα. Ο Εϊμούρ ρώτησε τον Τσατλί σχετικά με το φόνο του κατασκόπου της MİT Ταρίκ Ουμίτ (Tarık Ümit). Ο Εϊμούρ φέρεται να εκμυστηρεύτηκε στην κόρη του Ουμίτ, Χαντέ Μπιριντζί (Hande Birinci), ότι ο πατέρας της δούλευε με τον Κορκούτ Εκέν (Korkut Eken)(σύμβουλος του Αγάρ) και ότι δολοφονήθηκε από τους άντρες του Αγάρ αφού αηδίασε από τη διαφθορά τους.

Ο οδηγός του φορτηγού, Χασάν Γκιοκτσέ, θεωρήθηκε υπεύθυνος για το ατύχημα και καταδικάστηκε σε τρία χρόνια φυλακή. Αφέθηκε ελεύθερος με εγγύηση 6,42 εκατομμυρίων τούρκικων λιρών. Το φορτηγό του (ένα Ford του 1968), κατασχέθηκε αφού δεν μπόρεσε να πληρώσει τους φόρους του.

Ο πρώην αναπληρωτής βουλευτής του MHP, Κουμπιλάι Ουϊγκούν (Kubilay Uygun), δήλωσε ότι είχε συστηθεί στον Αμπντουλάχ Τσατλί και το Χουσεΐν Κοτζαντάγ τρεις μέρες πριν το δυστύχημα από έναν τώρα-εν αποστρατεία υπολοχαγό. Ο Ουϊγκούν ισχυρίζεται ότι και αυτός επίσης έχει εργαστεί για το ''βαθύ κράτος''.

Αντίδραση

Επίσημη

Η αρχική αντίδραση του Υπουργού Εσωτερικών Μεχμέτ Αγάρ, ο οποίος υποτίθεται ότι ήταν ένας από τους στόχους, ήταν να υπονομεύσει την έρευνα. Πρώτα αρνήθηκε ότι ο Τσατλί ήταν παρών, ύστερα είπε ότι ο Τσατλί ήταν σε διαδικασία παράδοσης στις αρχές, μετά δήλωσε ότι μια εξειδικευμένη έρευνα δεν ήταν απαραίτητη. Υποχώρησε επιτρέποντας στο μοναδικό επιζήσαντα,τον Μπουτζάκ, να μιλήσει.

Από το 1950, κάποιοι μιλάνε για τους Κontrgerilla, τους μονομάχους, τους έτσι ή αλλιώς...για τριάντα χρόνια. Ποιο απ' αυτά έχει φανεί να είναι αλήθεια, έχει αποδειχτεί, έχει ξεσκεπαστεί; Κανένα από αυτά.

- Υπουργός Εξωτερικών Μεχμέτ Αγάρ σχετικά με την Επιχείρηση Γκλάντιο και το Κontrgerilla (29 Ιουνίου 1998).

Θα ακολουθήσουμε τα γεγονότα όπου κι αν οδηγούν. Κανείς δεν μπορεί να σκεπάσει το Σουσουρλούκ!

-Πρόεδρος Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ.

Κατηγορούν την Τούρκικη Δημοκρατία ότι χρησιμοποιεί παράνομες δυνάμεις. Ο πρόεδρος, οι αστυνομικές δυνάμεις, ακόμα και το Κοινοβούλιο αντιμετωπίζουν κατηγορίες για φόνο. Κανείς δεν έχει το δικαίωμα να υποπτεύεται ένα μεγάλο κράτος... Αντιμετωπίζουμε μια κατάσταση κατά την οποία μαχαιρώνουμε τους εαυτούς μας πισώπλατα. Ακόμα και οι Έλληνες δε θα μπορούσαν να μας κάνουν κάτι τέτοιο.

-η Αναπληρώτρια Πρωθυπουργός Τανσού Τσιλέρ παρομοιάζοντας τους δυσφημιστές με προδότες.

Αυτούς που ρίχνουν σφαίρες ή υποφέρουν από χτυπήματα στο όνομα αυτής της χώρας, αυτού του έθνους, και αυτού του κράτους θα τους θυμόμαστε πάντα με σεβασμό.

-η Αναπληρώτρια Πρωθυπουργός Τανσού Τσιλέρ για το δολοφόνο επί πληρωμή Αμπντουλάχ Τσατλί.

Οι ομιλίες της Τσιλέρ ήταν γραμμένες από τους συμβούλους της στο Αναλιτίκ Γκρουμπού (Analitik Grubu), μέλος του οποίου ήταν και ο Μουμταζέρ Τουρκονέ (Mümtazer Türköne)• υποτιθέμενη γνωριμία του Τσατλί από την ηγεσία των Γκρίζων Λύκων, και επί του παρόντος αρθρογράφος για την εφημερίδα Zaman. Ο αναπληρωτής του Κόμματος Κινήματος Εθνικιστών (MHP) ,Τουργκούλ Τουρκές (Tuğrul Türkeş), ισχυρίζεται ότι ο Τουρκονέ ήταν υποδεέστερος του Τσατλί.

Ο Αλπαρσλάν Τουρκές, του φασιστικού MHP, μίλησε επίσης υπερασπιζόμενος τον Τσατλί. Εν τω μεταξύ, ο πρόεδρος του κόμματος Ντεβλέτ Μπαχτσελί (Devlet Bahçeli) αρνήθηκε κατηγορηματικά οποιαδήποτε ανάμιξη του MHP.

Στις 15 Ιανουαρίου 1998, ο αναπληρωτής πρωθυπουργός Μπουλέντ Ετζεβίτ (Bülent Ecevit) τράβηξε την προσοχή στην ανέντιμη συμπεριφορά της JİTTEM, του τμήματος πληροφοριών της Χωροφυλακής.

Μετά τη λογοκρισία κάποιων σελίδων της αναφοράς, ο αντιπρόεδρος της HADEP Οσμάν Οζτσελίκ (Osman Özçelik) τράβηξε την προσοχή στην εμπλοκή συμμοριών, χρηματοδοτούμενων από το κράτος, στην υποτιθέμενη επίλυση του κουρδικού προβλήματος.

Ανεπίσημη

Αρκετές διαδηλώσεις, κάποιες από τις οποίες ήταν παράνομες, οργανώθηκαν σε διαμαρτυρία ενάντια στη διαφθορά και τις παράνομες δραστηριότητες που ξεσκεπάστηκαν από τις έρευνες. Μια διάσημη, εθνικής εμβέλειας εκδήλωση, γνωστή ως ''Ενός λεπτού σκοτάδι για τη διαρκή φώτιση'' ("Sürekli Aydınlık İçin Bir Dakika Karanlık"), οργανώθηκε σε διαμαρτυρία ενάντια στο ''σατανικό τρίγωνο'' (ένας εθνικιστής ηγέτης της μαφίας, ένας υψηλός αξιωματικός της αστυνομίας, και ένα μέλος του κοινοβουλίου). Οι συμμετέχοντες σε όλη τη χώρα έκλειναν τα φώτα για ένα λεπτό κάθε νύχτα στις 9 μ.μ. Αργότερα αυτό άλλαξε με ανοιγόκλεισμα των φώτων. Αυτό διήρκεσε από την 1 ως τις 28 Φεβρουαρίου 1997. Ο αναπληρωτής πρόεδρος του DYP, Μεχμέτ Γκολχάν (Mehmet Golhan), κατήγγειλε τους διαδηλωτές ως προδότες, ενώ ο πρωθυπουργός Νετζμετίν Ερμπακάν του Κόμματος της Ευημερίας, τους αποκάλεσε ''παράσιτα και συνωμότες...που δεν έχουν τίποτα άλλο να κάνουν εκτός από το να ραδιουργούν.''

Κάποιοι σχολιαστές έκριναν ότι η δημόσια αντίδραση ήταν βουβή σε σχέση με το βάρος του εγκλήματος, δηλώνοντας έτσι σιωπηρή έγκριση. Με άλλα λόγια, οι κατηγορούμενοι συμπέραναν ότι ο λαός πίστευε ότι πράγματι δούλευαν για την καλύτερη εξυπηρέτηση των συμφερόντων του κράτους.

Έρευνα

Τρεις εκθέσεις συντάχθηκαν μετά από το σκάνδαλο. Η πρώτη ήταν από την Κρατική Υπηρεσία Πληροφοριών (MİT). Υποψίες για τη εγκυρότητα την έρευνας της MİT οδήγησαν στην ανάθεση μιας δεύτερης έκθεσης, από τον πρόεδρο του Συμβουλίου Επιθεώρησης του Πρωθυπουργού (τουρκ.: Başbakanlık Teftiş Kurulu Başkanı), Κουτλού Σαβάς (Kutlu Savaş). 12 από τις 124 σελίδες αυτής της έκθεσης, με ημερομηνία την 22 Ιανουαρίου 1998, παρέμειναν απόρρητες. Τελικά, μια κοινοβουλευτική επιτροπή έρευνας με επικεφαλή το Μεχμέτ Ελκατμίς (Mehmet Elkatmış) δημοσίευσε μια έρευνα για το Σουσουρλούκ 350 σελίδων τον Απρίλιο του 1997.

Αναφερόμενος στην επιτροπή του Σουσουρλούκ, ο αναπληρωτής του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος CHP, Φικρί Σαγλάρ, δήλωσε ότι οι αρχηγοί του Κόμματος του Ορθού Δρόμου, Τανσού Τσιλέρ και Μεχμέτ Αγάρ, ήταν στο επίκεντρο του σκανδάλου, και προσωπικά υπεύθυνοι για την ''ανάμιξη της πολιτικής και της οικονομίας με τη μαφία''. Ο Σαγλάρ προσπάθησε και απέτυχε να συγκεντρώσει τις μαρτυρίες αρκετών ανθρώπων, συμπεριλαμβανομένων των Τεομάν Κομάν, Νετζντέτ Ουρούγ, Βελί Κιουτσούκ, Τανσού και Οζέρ Τσιλέρ. Όταν η Τανσού Τσιλέρ απείλησε με διακοπή της κυβέρνησης συνασπισμού, ο πρωθυπουργός Νετζμετίν Ερμπακάν (Necmettin Erbakan) εμπόδισε την κατάθεσή της. Ο Αγάρ κράτησε σιωπή ιχθύος, αποκαλύπτοντας μόνο ότι ενεργούσε σύμφωνα με σχέδιο του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας (NSC) (από το 1993).

Αν ένας τόσο σημαντικός εισαγγελέας σαν τον di Pietro έσπαγε τη σιωπή του στην Τουρκία, την επόμενη μέρα θα τον έσερναν στην πλατεία Ταξίμ σαν εχθρό του κράτους.

—Δηλώσεις του εμπειρογνώμονα πληροφοριών Μαχίρ Καϊνάκ (Mahir Kaynak) για τους λόγους που απέτυχε η έρευνα.

Η Έκθεση της Κρατικής Υπηρεσίας Πληροφοριών

Η έκθεση της MİT έδειξε ότι ο Τσατλί ήταν στο Ξενοδοχείο Σερατόν της Άγκυρας στις 24 Αυγούστου 1996 μαζί με μια αποστολή από το Μπρουνέι. Έφτασε στο ξενοδοχείο σε μία BMW με πλαστές πινακίδες (06 ΚΕ 889). Παρόλο που η αστυνομία ήταν ενήμερη για την παρουσία του δεν έγινε κάποια απόπειρα σύλληψης μιας και έφερε αστυνομική ταυτότητα.

Η Έκθεση του Συμβουλίου Επιθεώρησης

Μεταξύ άλλων, το Συμβούλιο Επιθεώρησης έκανε τους εξής ισχυρισμούς:

 Η συμμορία του Μπουτζάκ ήταν αναμεμιγμένη με διακίνηση ναρκωτικών. Ο Μπουτζάκ ήταν προσκείμενος στον Αγάρ και τον κυβερνήτη έκτακτης ανάγκης Ουνάλ Ερκάν (Ünal Erkan).

 Διαβατήρια και αστυνομικές ταυτότητες εκδίδονταν σωρηδόν από την αστυνομία της Άγκυρας.

 Αρκετά άτομα, συμπεριλαμβανομένων των αξιωματικών της MİT Νουρί Γκιουντές και Μεχμέτ Εϊμουρ, και του Προέδρου του Συμβουλίου Επιθεώρησης Κουτλού Σαβάς, είχαν επικοινωνία με την Πρωθυπουργό (Τανσού Τσιλέρ) μέσω του συζύγου της, Οζέρ Τσιλέρ. Ο Εϊμούρ κάλεσε επίσης τους Μεράλ Ακσενέρ, Τολγκά Σακίρ Ατίκ (Tolga Şakir Atik), Αντίλ Ονγκέν (Adil Öngen), και Αγάρ.

 Ο συνεργάτης του Ομέρ Λουτφού Τοπάλ (Ömer Lütfü Topal), Αλί Φεβζί Μπιρ, έχει συνδέσεις με τον Αμπντουλάχ Τσατλί και τους αστυνομικούς Ογούζ Γιορουλμάζ (Oğuz Yorulmaz) και Μουσταφά Αλτουνόκ (Mustafa Altunok).

 Ο καταδικασμένος δολοφόνος Μαχμούτ Γιλντιρίμ (Mahmut Yıldırım), με το παρατσούκλι Γιεσίλ (Πράσινο), ήταν πράκτορας της MİT που είχε διεισδύσει στη μαφία. Ένα κινητό τηλέφωνο που ανήκε στον Γιεσίλ βρέθηκε να είναι καταχωρημένο στο όνομα του Κιουτσούκ. Ο Κιουτσούκ δήλωσε ότι εκείνη την περίοδο συνομιλούσε με ηγέτες του διεθνούς εγκλήματος, όπως με τον Αμπντουλάχ Τσατλί, τον Σαμί Χοστάν και τον Σεντάτ Πεκέρ (Sedat Peker), μόνο προκειμένου να αποσπάσει πληροφορίες. Ωστόσο, το ίδιο τηλέφωνο είχε κληθεί δεκάδες φορές από ηγέτες του διεθνούς εγκλήματος, συμπεριλαμβανομένου του Τσατλί, και του ''βασιλιά των καζίνο'' Ομέρ Λουτφού Τοπάλ. Απαντώντας σε ερώτηση δημοσιογράφου για το λόγο που το κράτος απασχολεί εγκληματίες σαν το Γιεσίλ, ανώνυμος ανώτερος αξιωματικός της MİT δήλωσε, ότι η MİT δεν μπόρεσε να σκεφτεί άλλο τρόπο για να διεισδύσει σε παράνομες συμμορίες.

Η κοινοβουλευτική Έρευνα

Κατά τη διάρκεια μιας έρευνας που διεξήχθη από την κοινοβουλευτική επιτροπή για την υπόθεση Σουσουρλούκ, ο αναπληρωτής επικεφαλής των υπηρεσιών πληροφοριών της αστυνομίας Χανεφί Αβτζί (Hanefi Avci), γνωστοποίησε συνδέσεις και ονόματα ανώτερων αξιωματικών, που προσέφεραν προστασία σε αρχηγούς συμμοριών. Ο Αβτζί αποκάλυψε επίσης μια σύνδεση αμφιβόλου φύσεως μεταξύ του Τσακιτζί και του Μεχμέτ Εϊμούρ της MİT.

Ο Ελκατμίς δήλωσε, ότι ο Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου, Ισμαήλ Χακκί Καρανταγί (İsmail Hakkı Karadayı), τον εμπόδισε να πάρει κατάθεση από τον Κιουτσούκ, λέγοντας ότι δεν υπήρχε ανάγκη.

Η έκθεση της επιτροπής υποστήριζε ότι τα κρατικά όργανα χρησιμοποιούσαν τους Γκρίζους Λύκους και ότι κρατικές δυνάμεις κίνησαν τις συγκρούσεις αριστερών-δεξιών τη δεκαετία του '70.

Επακόλουθα

Η Ευρωπαϊκή αγορά ηρωίνης συρρικνώθηκε καθώς άλλα ναρκωτικά, ιδιαίτερα η κοκαΐνη και το έκσταση, κέρδισαν έδαφος. Το 2008, η αστυνομία της Ισταμπούλ κατάσχεσε 11 τόνους ναρκωτικών, 3.2 από τους οποίους ήταν ηρωίνη.

Δέκα χρόνια μετά το σκάνδαλο, ακόμα μια συμμορία, με το όνομα ''Εργκενεκόν'', αποκαλύφθηκε και δικάστηκε. Ο πρόεδρος της επιτροπής του Σουσουρλούκ, Μεχμέτ Ελκατμίς, δήλωσε ότι οι δύο οργανώσεις ήταν πανομοιότυπες με εξαίρεση το όνομα. Ένα από τα άτομα κλειδιά, ο Τουντζάι Γκιουνέι, αποδείχθηκε τελικά ότι ήταν κατώτερος του Εϊμούρ. Ο αναπληρωτής επικεφαλής του ÖHD, Σαχίν, τέθηκε υπό κράτηση τον Ιανουάριο του 2009. Τρεις χάρτες που βρέθηκαν στην κατοχή του οδήγησαν στην ανάκτηση πολλών όπλων σε διάσπαρτα κρησφύγετα στην περιοχή της Άγκυρας. Αποδείχτηκε ότι δεν ήταν τα όπλα που έλλειπαν από το Σουσουρλούκ.

Ο Οτζαλάν απέφυγε τη δολοφονία μετά τη δημοσιοποίηση του σχεδίου από ένα δημοσιογράφο του τηλεοπτικού καναλιού του PKK, MED-TV. Ο Κιουτσούκ τέθηκε και αυτός υπό κράτηση για την έρευνα Εργκενεκόν.

Συλλήψεις και Καταδίκες

 Ογούζ Γιορουλμάζ. Συνελήφθη στις 13 Ιανουαρίου 1997 και καταδικάστηκε σε τέσσερα χρόνια φυλάκιση.

 Σαμί Χοστάν. Συνελήφθη στις 6 Φεβρουαρίου 1998, αφέθηκε ελεύθερος στις 4 Μαΐου 1998.

 Ιμπραΐμ Σαχίν. Καταδικάστηκε στις 12 Φεβρουαρίου 2001 σε 6 χρόνια φυλάκιση.

 Κορκούτ Εκέν. Καταδικάστηκε στις 12 Φεβρουαρίου 2001 σε 6 χρόνια φυλάκιση.

 Αλαατίν Τσακιτζί. Συνελήφθη στις 6 Αυγούστου 1998, διέφυγε από τη δικαιοσύνη λόγω υποστήριξης εκ των έσω.

Μεταρρυθμίσεις

Ο νέος υφυπουργός, Σενκάλ Ατασαγκούν (Şenkal Atasagun), έφερε τα πάνω κάτω στην MİT, επανεντοπίζοντας τους Εϊμούρ και Ατάτς στο εξωτερικό, μακριά από κάθε κίνδυνο. Ο Εϊμούρ εγκαταστάθηκε τελικά στο Μακλέιν της Βιρτζίνια, την έδρα της CIA. Αντιμετωπίζει κατηγορίες για αποκάλυψη κρατικών μυστικών και κατασκοπία για λογαριασμό των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο Ατάτς έχει επίσης χαρακτηριστεί προσκείμενος στη CIA.

Ένα Σχέδιο Νόμου για την Καταπολέμηση του Οργανωμένου Εγκλήματος και ακόμα ένα σχέδιο για τη νομιμοποίηση της JİTEM, επιτρέποντας στη Χωροφυλακή να πραγματοποιεί νόμιμα δραστηριότητες υπηρεσίας πληροφοριών, ετοιμάστηκαν επίσης ως συνέπειες του σκανδάλου.

Η Τσιλέρ διέταξε το κλείσιμο των καζίνο.

Παραιτήσει και Προαγωγές

Ο Αγάρ παραιτήθηκε όταν πια έγινε ξεκάθαρο ότι ο Τσατλί ήταν συνεργάτης της αστυνομίας. Από την άλλη, 44 ανώτεροι αξιωματικοί που ήταν υπό καθεστώς έρευνας πήραν προαγωγή, συμπεριλαμβανομένων των:

 Ιμπραΐμ Σαχίν. Πρώην αναπληρωτής επικεφαλής του Τμήματος Ειδικού Πολέμου.

 Μπεχτσέτ Οκτάι (Behçet Oktay). Νυν αναπληρωτής επικεφαλής του Τμήματος Ειδικού Πολέμου.

 Χασάν Κοτζαντάγ (αδερφός του Χουσεΐν Κοτζαντάγ, που σκοτώθηκε στο αυτοκινητιστικό δυστύχημα). Έγινε αναπληρωτής αρχηγός της Αστυνομικής Διεύθυνσης.

 Μεχμέτ Τσαγλάρ (Mehmet Çağlar) και Σουκρού Γκιουρλέρ (Şükrü Gürler). Βοηθοί του Διευθυντή της Αστυνομικής Σχολής Ετιλέρ της Ισταμπούλ.

 Μπεντρί Γιανάρ (Bedri Yanar). Επικεφαλής της ασφάλειας (των προσωπικών φρουρών) του Πρωθυπουργού.

Ο Σαχίν ήταν κοντά σε ακροδεξιούς κύκλους και ιδιαίτερα στον Τσατλί, με τον οποίο είχε φωτογραφηθεί να χορεύει σε ένα γάμο. Παρείχαν στο Σαχίν πολλούς δολοφόνους επί πληρωμή (συμπεριλαμβανομένου του Τσατλί) με διαβατήρια από την αστυνομία του Νεβσεχίρ. Το 1984 καταδικάστηκε σε δύο χρόνια φυλάκιση για το βασανισμό πολλών ανθρώπων, αλλά η καταδίκη του ακυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο (τουρκ.: Yargıtay) για τεχνικούς λόγους, υποδηλώνοντας την υποστήριξη ισχυρών παραγόντων πίσω από τα παρασκήνια.

Η Σύλληψη του Τσακιτζί

Κατά τη διάρκεια την αναδιάρθρωσης της MİT από τον Σενκάλ Ατασαγκούν, ο Γιαβούζ Ατάτς (Yavuz Ataç) εξορίστηκε στο Πεκίνο στις 24 Οκτωβρίου 1997 εξαιτίας της εμπλοκή του με τη μαφία. Τον επόμενο μήνα, ο Ατάτς παρέδωσε στον Τσακιτζί το κόκκινο διαβατήριο που του επέτρεπε να ταξιδεύει ελεύθερα.

Ο Τσακιτζί συνελήφθη στις 16 Αυγούστου 1998 στη Γαλλία κατέχοντας ένα διπλωματικό διαβατήριο, αφού απείλησε, σύμφωνα με ισχυρισμούς, εν δυνάμει αγοραστές της Τουρκικής Εμπορικής Τράπεζας (τουρκ.: Turk Ticaret Bankasi) μέσω τηλεφώνου. Εκδόθηκε, φυλακίστηκε, και στη συνέχεια αφέθη ελεύθερος. Τη μέρα της τελευταίας σύλληψής του, στις 3 Μαΐου 2004, απέδρασε στην Ιταλία με βίζα που του δόθηκε στο Ιταλικό Προξενείο.

Ο αναπληρωτής του CHP, Φικρί Σαγλάρ, ισχυρίζεται ότι ο Τσακιτζί σκοπίμως επέλεξε να συλληφθεί στη Γαλλία, μια χώρα με ανεπτυγμένο δικαστικό σύστημα, και ακόμα ότι είχε εκ των προτέρων έρθει σε επαφή με δικηγόρο. Ο Τσακιτζί φερόταν να έχει στην κατοχή του επιβαρυντικά στοιχεία για άλλα κυβερνητικά στελέχη τη στιγμή της σύλληψής του. Ο Πρέσβης της Τουρκίας στη Γαλλία ήταν την εποχή εκείνη ο Σονμέζ Κοκσάλ -ο υφυπουργός της MİT μέχρι το Φεβρουάριο του 1998.

Ο Ατάτς είχε αρχικά προγραμματίσει να δώσει το διαβατήριο στο Μεχμέτ Τζαν Κουλακσίζογλου (Mehmet Can Kulaksızoğlu), το φυγά ηγέτη της Τουρκικής Ταξιαρχίας Εκδίκησης και ύποπτο ως εγκέφαλο πίσω από την απόπειρα δολοφονίας του προέδρου του Συλλόγου για τα Ανθρώπινα Δικαώματα, Ακίν Μπιρντάλ (Akın Birdal).

Η σύλληψη του Τσακιτζί συνέπεσε χρονικά με το γάμο του γιου του Υπουργού Εσωτερικών Μεχμέτ Αγάρ. Οι πρόεδροι Εβρέν και Ντεμιρέλ ήταν καλεσμένοι. Μόλις ενημερώθηκε για τη σύλληψη, ο Ντεμιρέλ άλλαξε γνώμη τελευταία στιγμή για το αν θα παρευρεθεί στο γάμο. Η σύλληψη του Τσακιτζί δεν αποκαλύφθηκε δημόσια μέχρι τις 20:30, όταν έλαβε χώρα η τελετή του γάμου.