Υπέργηρος Τούρκος επισκέπτεται τη γενέτειρά του, τα Γιάννενα

«Η πόλις θα σε ακολουθεί/ Στους δρόμους θα γυρνάς τους ίδιους/ Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς·/ και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ' ασπρίζεις./ Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις./Για τα αλλού -- μη ελπίζεις -- δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.»

Δεν θα μπορούσε να υπάρξει καλύτερη περιγραφή, από τους παραπάνω στίχους του Καβάφη, για την ιστορία ενός γέροντα που έζησε μια ολόκληρη ζωή, έχοντας την ανάμνηση της πόλης να τον ακολουθεί, της πόλης όπου πάντα θέλει να επιστρέφει κι ας πέρασαν 88 χρόνια από τότε που αναγκάστηκε να την εγκαταλείψει, λόγω της Ανταλλαγής των Πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Είναι η ιστορία του Λουτφού Καράνταγ, που γεννήθηκε την Πρωτομαγιά του 1914 στα Γιάννενα, την πόλη στην οποία χρόνια τώρα επιστρέφει, αναζητώντας τη χαμένη ευτυχία των παιδικών του χρόνων.

Ένα νοσταλγικό ταξίδι, που ξεκινά τη δεύτερη δεκαετία του 20ου αιώνα από την πρωτεύουσα της Ηπείρου και συνεχίζεται μέχρι σήμερα στο Πέντικ της Κωνσταντινούπολης, είναι η ζωή του. Γιος του διευθυντή της Οθωμανικής Τράπεζας Ζιραάτ (Αγροτική), ο Λουτφού Καράνταγ δεν ξέχασε ποτέ την πόλη όπου γεννήθηκε και έζησε την πρώτη δεκαετία της ζωής του. Η νοσταλγία τον οδήγησε πίσω στην Ελλάδα 16 φορές μέχρι σήμερα, ενώ το σπίτι όπου έζησε τα παιδικά του χρόνια το ξαναβρήκε για πρώτη φορά ύστερα από 79 χρόνια, το 1993, και έκτοτε το έχει επισκεφτεί πολλές φορές. Είναι πια ένας «παλιός γνώριμος» στην πόλη, στην οποία βρέθηκε για πολλοστή φορά την περασμένη εβδομάδα μαζί με πολυμελή ομάδα του Ιδρύματος Ανταλλαγέντων Λοζάνης, την οποία υποδέχτηκε στο δημαρχείο ο δήμαρχος Ιωαννιτών Φίλιππας Φίλιος.

Το κουβάρι της ιστορίας ξετυλίγει ο Λουτφού Καράνταγ μέσα από την αφήγησή του στο ΑΜΠΕ: «Γεννήθηκα στα Γιάννενα την 1η Μαΐου του 1914 και αναγκαστήκαμε να φύγουμε με την Ανταλλαγή των Πληθυσμών το 1924, όταν ήμουν 10 ετών. Ο πατέρας μου ήταν διευθυντής της Τράπεζας Ζιραάτ και μιλούσε, εκτός από τα τουρκικά, γαλλικά και αγγλικά. Εμείς, όμως, τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας, δεν ξέραμε ούτε λέξη τουρκικά, γιατί όλοι στη γειτονιά ήταν Έλληνες. Όσο ήμασταν παιδιά, εγώ και τα τέσσερα αδέλφια μου ζούσαμε ευτυχισμένοι στα Γιάννενα, είχαμε τους φίλους μας, παίζαμε στους δρόμους. Όλα ήταν καλά, μέχρι τη στιγμή που ηττήθηκε ο Ελληνικός Στρατός, το 1922, στη Σμύρνη. Θυμάμαι τον Χαράλαμπο, ένα παλικάρι που πήγε να πολεμήσει με τον Ελληνικό Στρατό. Όταν γύρισε από τον πόλεμο, είχε μόνο ένα πόδι και είχε αλλάξει, είχε γίνει άλλος άνθρωπος. Εκεί που δεν είχαμε καμία έχθρα, άρχισε να μαζεύει τα παιδιά της γειτονιάς και να τα βάζει να μας πετροβολούν. Η μητέρα μου φοβόταν μην πάθουμε τίποτα και μας έκρυβε στο κελάρι».

Οι όμορφες μέρες είχαν γίνει πια παρελθόν. Και η χειρότερη από όλες τις μέρες ήταν εκείνη που ήρθε ο πατέρας του στο σπίτι και ανακοίνωσε ότι αναχωρούν για την Τουρκία. «Φύγαμε λόγω της Ανταλλαγής των Πληθυσμών. Πρώτα πήγαμε με γαϊδουράκια και με κάρα στην Πρέβεζα, έχοντας μαζί μας μόνο τα ρούχα που φορούσαμε, τα μαξιλάρια και τα παπλώματά μας. Ύστερα από τρεις μήνες ήρθε να μας πάρει ένα μικρό καράβι. Ανεβήκαμε όλοι. Ήμασταν ο ένας πάνω στον άλλον. Είχε μόνο μια μικρή τουαλέτα και οι γυναίκες άνοιγαν ένα σεντόνι και από πίσω του έκαναν την ανάγκη τους» θυμάται ο συνταξιούχος, σήμερα, σιδηροδρομικός.

Το ταξίδι για μια νέα ζωή μόλις είχε αρχίσει. Δύσκολες μέρες περίμεναν την οικογένεια Καράνταγ. Αφού έφτασαν στο Πέντικ, στην ασιατική πλευρά της Κωνσταντινούπολης, τους έβαλαν σε καραντίνα και τα ρούχα τους πέρασαν από κλίβανο. Από την Ανταλλαγή είχαν εξαιρεθεί οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης, όμως τα όρια της πόλης τότε τελείωναν στο Μπόσταντζι. Γι αυτό και οι Έλληνες που έμεναν στο Πέντικ, το οποίο βρίσκεται ανατολικότερα από το Μπόσταντζι, περιλήφθηκαν στους ανταλλάξιμους.

«Εκείνη την εποχή ζούσαν πολλοί Έλληνες στο Πέντικ και στο Μάλτεπε. Γι αυτό και εγκατέστησαν σε εκείνη την περιοχή τους ανταλλάξιμους Τούρκους που ήρθαν από τα Γιάννενα. Εμείς φτάσαμε στις 18 Ιουλίου στο Πέντικ και μας έδωσαν το σπίτι νούμερο 39. Όταν φτάσαμε στο σπίτι μας υποδέχτηκε μια όμορφη νέα μαυροφορεμένη γυναίκα και μας παρέδωσε το κλειδί, λέγοντας στα τουρκικά: ‘Να καθίσετε με το καλό’. Η μητέρα μου, που δεν ήξερε τη γλώσσα, γύρισε και είπε στον αδελφό μου στα ελληνικά: ‘Τι είπε Βασφί;’. Τότε η γυναίκα εκείνη, που ήταν Ελληνίδα, μας μίλησε ελληνικά. Το σπίτι ήταν δικό της, και έπρεπε να το αφήσει. Στις λίγες μέρες που ζήσαμε μαζί έγιναν φίλες με τη μητέρα μου. Η οικογένεια αυτής της γυναίκας ήταν ψαράδες. Έφυγαν ύστερα από μία εβδομάδα. Θυμάμαι τα κλάματα εκείνης της γυναίκας, που φεύγοντας φιλούσε το κατώφλι της πόρτας. Αρχικά είχαμε αλληλογραφία. Στην Ελλάδα τους εγκατέστησαν σε ένα ορεινό χωριό, κοντά στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα. Ταλαιπωρήθηκαν και υπέφεραν πολύ. Τι δουλειά να κάνουν αυτοί οι άνθρωποι που ήταν ψαράδες σε ένα ορεινό χωριό;» συνεχίζει την αφήγησή του ο Λουτφού Καράνταγ.

Τα πράγματα δεν ήταν καλύτερα για την οικογένεια Καράνταγ, αλλά και για τους άλλους Τούρκους που ήρθαν από τα Γιάννενα στην Τουρκία χωρίς να γνωρίζουν ούτε λέξη τουρκικά. «Επειδή δεν ήξεραν τη γλώσσα και τη χώρα δεν έβρισκαν δουλειά και πεινούσαν. Ευτυχώς, κάποιος αξιωματούχος που καταγόταν από τα Γιάννενα άπλωσε χείρα βοηθείας. Εγώ δούλεψα ως χαμάλης και ως ψαράς στο Πέντικ. Ύστερα, μετέτρεψαν μια παλιά εκκλησία σε καπνεργοστάσιο και εκεί βρήκαμε δουλειά, έστω και με λίγα λεφτά. Πηγαίναμε με το τρένο στη δουλειά. Θυμάμαι τα παπούτσια μου, που ήταν τρύπια. Δεν μπορέσαμε να σπουδάσουμε. Εμάς δεν μας κακομεταχειρίστηκαν στην Τουρκία, γιατί στην περιοχή που εγκατασταθήκαμε, όταν έφυγαν οι Έλληνες, υπήρχαν μόνο 5-10 τουρκικές οικογένειες. Αυτούς, όμως, που εγκαταστάθηκαν σε περιοχές όπου υπήρχαν πολλοί Τούρκοι τους χαρακτήριζαν ως ‘ελληνόσπορους’» λέει ο Λουτφού Καράνταγ.

Το 1938, προσελήφθη στους Τουρκικούς Κρατικούς Σιδηροδρόμους και το 1947 παντρεύτηκε τη Μαχινούρ, που προερχόταν κι αυτή από προσφυγική οικογένεια, και απέκτησαν τρία παιδιά.

«Νοσταλγούσα πάντα την πατρίδα μου και έτσι, όταν η ελληνική κυβέρνηση μου έδωσε βίζα, το 1993, πήγα και βρήκα στα Γιάννενα το σπίτι όπου πέρασα τα παιδικά του χρόνια. Ήταν πολύ παλιό, αλλά δεν το είχαν γκρεμίσει. Αναγνώρισα την πόρτα του, βρήκα το πηγάδι που υπήρχε» αναφέρει ο υπέργηρος Τούρκος, που πιστεύει ότι το σπίτι εκείνο είναι το κτίριο όπου σήμερα στεγάζεται η Εφορεία Νεωτέρων Μνημείων, δηλαδή το Αρχοντικό Μίσιου.

Μπορεί η μνήμη του να τον απατά ή μπορεί η οικογένειά του να νοίκιαζε εκείνο το αρχοντικό. Κανείς δεν μπορεί να δώσει μια σαφή εξήγηση. Σημασία έχει ότι ο ηλικιωμένος άντρας μπορεί ακόμη και «παρηγορεί» τη νοσταλγία του, επιστρέφοντας συχνά στη γενέτειρά του.

Αγγέλα Φωτοπούλου

ΑΠΕ-ΜΠΕ

Booking.com